Αρχή για το Ξέπλυμα Βρώμικου Χρήματος Ερευνά τον Πρόεδρο της ΓΣΕΕ
Σοβαρές κατηγορίες για υπεξαίρεση και ξεπλύμα μαύρου χρήματος βλέπουν το φως της δημοσιότητας, ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων.
Η Αρχή για το Ξέπλυμα Βρώμικου Χρήματος ερευνά τις δραστηριότητες του προέδρου της ΓΣΕΕ, Γιάννη Παναγόπουλου, για δύο κακουργήματα: υπεξαίρεση και ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Σχετική ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου αναδεικνύει την πιθανή εμπλοκή του επί 20ετία προέδρου της ΓΣΕΕ σε σοβαρές εγκληματικές δραστηριότητες, στοιχεία που, όπως επισημαίνεται, αποκαλύπτουν το “ποιόν” της συνδικαλιστικής μαφίας που εδώ και χρόνια κατέχει την ηγεσία της συνομοσπονδίας.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η ηγεσία της ΓΣΕΕ, με τη στήριξη όλων των κυβερνήσεων και των αστικών κομμάτων, λειτουργεί ως “δούρειος ίππος” του κεφαλαίου εντός του εργατικού κινήματος. Ο βρώμικος ρόλος της, η στήριξη σε αντεργατικά μέτρα και η συνδιαλλαγή της με τις εκάστοτε κυβερνήσεις, συνδέονται με ισχυρούς μηχανισμούς εξαγοράς και μια “φάμπρικα” που είχε στηθεί με κονδύλια για την επιμόρφωση των εργαζομένων. Στην πραγματικότητα, τα κονδύλια αυτά φέρονται να αξιοποιούνται για τη διαμόρφωση πλαστών και νόθων συσχετισμών στα συνδικάτα του ιδιωτικού τομέα.
Το ΠΑΜΕ, μαζί με χιλιάδες τίμιους συνδικαλιστές, δηλώνουν ότι έδωσαν τα προηγούμενα χρόνια μια μεγάλη μάχη για την αποκάλυψη αυτής της συνδικαλιστικής μαφίας και για την ακύρωση των μεθοδεύσεων νοθείας. Σε αυτή την προσπάθεια, αντιμετώπισαν κατηγορίες για “ακρότητες” και “τραμπουκισμούς” από όλα τα κόμματα του συστήματος, καθώς και την επιστράτευση μηχανισμών καταστολής.
Η ανακοίνωση κάνει λόγο για την πρόσφατη “κοινωνική συμφωνία” που υπέγραψε η κυβέρνηση της ΝΔ με αυτή την ηγεσία και τους εκπροσώπους της εργοδοσίας, η οποία, όπως αναφέρεται, “ενταφιάζει” τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και συζητείται αυτές τις μέρες στη Βουλή, ενώ έχουν αποκλειστεί προκλητικά από τη συζήτηση ζωντανές Ομοσπονδίες εργαζομένων.
Τέλος, επισημαίνεται ότι, ακόμα κι αν αποσυρθούν ορισμένα πρόσωπα για να αντικατασταθούν από άλλα, η αλλαγή του συσχετισμού στα συνδικάτα, ώστε να γίνουν πραγματικά των εργατών και όχι των κυβερνήσεων και των εργοδοτών, βρίσκεται στα χέρια των ίδιων των εργαζομένων. Η προσπάθεια αυτή, που είναι ήδη σε εξέλιξη με θετικά αποτελέσματα, χρειάζεται να δυναμώσει και αποκτά χαρακτήρα πιο επιτακτικό από ποτέ.
