Το Ιράν και το Στενό του Ορμούζ: Πώς η επιβίωση γίνεται στρατηγική νίκη
Μια βαθιά γεωπολιτική ανάλυση για τη μάχη της επιβολής του ορισμού της πραγματικότητας και τον ρόλο του Ιράν στην παγκόσμια ενεργειακή ασφάλεια.
Το σενάριο που διαγράφεται σήμερα φαντάζει σχεδόν εκτός πραγματικότητας, ωστόσο, ακριβώς λόγω της δυσκολίας του, αξίζει να εξεταστεί. Δεν πρόκειται για πρόβλεψη, αλλά για μια άσκηση στρατηγικής ανάγνωσης. Σε αυτόν τον πόλεμο, η νίκη δεν θα κριθεί μόνο από τον αριθμό των κατεστραμμένων εκτοξευτών, των νεκρών διοικητών ή των χτυπημένων υποδομών. Θα κριθεί πρωτίστως από το ποιος θα επιβάλει τελικά τον πολιτικό ορισμό της πραγματικότητας. Και σε αυτό το πεδίο, βρίσκεται η λεπτότερη φιλοδοξία του Ιράν. Δεν είναι να νικήσει το Ισραήλ στο πεδίο, κάτι που φαντάζει ανέφικτο λόγω της ανισορροπίας δυνάμεων, αλλά να επιβιώσει επαρκώς, να διατηρήσει υψηλό το κόστος για τους αντιπάλους του και να μετατρέψει την ίδια του την επιβίωση σε αναγνώριση περιφερειακού ρόλου.
Η αμερικανική πρόταση των 15 σημείων, που διαβιβάστηκε μέσω Πακιστάν, σκιαγραφεί ακριβώς το περίγραμμα αυτής της μάχης. Η Ουάσινγκτον ζητά παύση στον εμπλουτισμό ουρανίου, περιορισμό ή κατάργηση κρίσιμων πυραυλικών δυνατοτήτων, τερματισμό της στήριξης προς περιφερειακούς συμμάχους και επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Σε αντάλλαγμα, προσφέρει ελάφρυνση των κυρώσεων και ένα μονοπάτι εξόδου από την πολεμική κλιμάκωση. Η αρχική απάντηση του Ιράν ήταν αρνητική, όχι μόνο επειδή η πρόταση κρίθηκε «μαξιμαλιστική», αλλά επειδή από την οπτική της Τεχεράνης ισοδυναμεί με παράδοση άνευ όρων και εγγυήσεων.
Η ιρανική αντιπρόταση κινείται σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Η Τεχεράνη δεν ανταποκρίνεται ως ηττημένο μέρος που αναζητά όρους ανακωχής. Αντιθέτως, λειτουργεί ως δύναμη που επιδιώκει να μετατρέψει τη φθορά της σε διαπραγματευτικό μοχλό. Οι όροι που αποδίδονται στην ιρανική πλευρά – αποζημιώσεις, εγγυήσεις για τη μη συνέχιση των πλήξεων, παύση στη στοχοποίηση αξιωματούχων και, κυρίως, αναγνώριση ειδικής κυριαρχικής αρμοδιότητας επί των Στενών του Ορμούζ – δεν αποτελούν απλή τεχνική αντιπρόταση. Αποτελούν μια προσπάθεια αναδιατύπωσης του ίδιου του πολέμου.
Ουσιαστικά, η Τεχεράνη δηλώνει ότι δεν αρκεί η παύση των επιθέσεων. Απαιτείται η αναγνώριση ότι η ασφάλεια της παγκόσμιας ενεργειακής αρτηρίας περνάει αναγκαστικά μέσα από αυτήν. Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα. Διότι αν το πυρηνικό πρόγραμμα αποτελεί το επίσημο casus belli, τότε το Στενό του Ορμούζ είναι η πραγματική γεωοικονομική λεπίδα που το Ιράν κρατά στον λαιμό της διεθνούς αγοράς. Ως εκ τούτου, η αντιπρότασή του δεν αφορά μόνο την επιβίωση του καθεστώτος, αλλά τη θεσμοθέτηση της χρησιμότητάς του.
Το Ιράν έχει ήδη ενημερώσει τα Ηνωμένα Έθνη και τον IMO ότι «μη εχθρικά» πλοία μπορούν να διέρχονται από τα Στενά, υπό την προϋπόθεση συντονισμού με τις ιρανικές αρχές και χωρίς σύνδεση με εχθρικές ενέργειες κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Αυτή η κίνηση αποτελεί μονομερή απόπειρα αλλαγής καθεστώτος σε έναν από τους πλέον κρίσιμους διεθνείς θαλάσσιους διαδρόμους. Η διεθνής αρχή για τέτοια στενά είναι η διέλευση transit passage, και όχι ένα σύστημα αδειών, πολιτικού ελέγχου και επιλεκτικής πρόσβασης από το παράκτιο κράτος.
Με απλά λόγια, εάν οι ΗΠΑ έφταναν ποτέ –έστω και έμμεσα, έστω σε μια αόριστη διπλωματική διατύπωση– να αναγνωρίσουν στην Τεχεράνη έναν αποκλειστικό ρυθμιστικό ρόλο ή «πρωτοκαθεδρία» στο Στενό του Ορμούζ, δεν θα βλέπαμε μια περιορισμένη παραχώρηση αποκλιμάκωσης. Θα βλέπαμε μια στρατηγική ανατροπή του καθεστώτος ελεύθερης ναυσιπλοΐας σε διεθνές στενό. Αυτό θα σήμαινε ότι η Ουάσινγκτον δέχεται πως ένα αναθεωρητικό κράτος, αφού χρησιμοποίησε πυραύλους, νάρκες, drones, ασφάλιστρα πολέμου και επιλεκτική διέλευση, κατάφερε τελικά να αποσπάσει πολιτική αναγνώριση του δικαιώματός του να φιλτράρει την παγκόσμια ενεργειακή ροή. Παράλληλα, μέσω αυτής της διατύπωσης, όσο «θολή» κι αν είναι, το Ιράν θα μετατρεπόταν από τον de facto εχθρό όλων στην περιοχή στον αδιαμφισβήτητα ισχυρότερο «παίχτη» σε μια ζώνη που εκτείνεται πέρα από τη Μέση Ανατολή.
Κάπου εδώ γεννιέται το παράδοξο. Το Ιράν θα μπορούσε να χάσει στο ορατό επίπεδο και να κερδίσει στο βαθύτερο. Να έχει υποστεί βαριά πλήγματα στην αεράμυνα, στην υποδομή, στην αλυσίδα διοίκησης, ίσως και στο εσωτερικό κύρος του καθεστώτος, αλλά ταυτόχρονα να έχει επιβάλει μια νέα πραγματικότητα: ότι χωρίς συνεννόηση με την Τεχεράνη, η βασική βαλβίδα του παγκόσμιου πετρελαίου και LNG δεν θα ανοίξει ξανά πλήρως. Αυτό θα αποτελούσε ήττα σε στρατιωτικό επίπεδο, αλλά τεράστια νίκη σε στρατηγικό. Η Τεχεράνη δεν θα είχε σπάσει την αμερικανική ισχύ, αλλά θα είχε κάμψει την αμερικανική αρχή. Και για καθεστώτα που γνωρίζουν ότι δεν μπορούν να επιβληθούν συμμετρικά, αυτή είναι η ανώτερη μορφή κέρδους: να επιβάλουν στον ισχυρό όχι την ήττα, αλλά την αναπροσαρμογή.
Το σενάριο αυτό παραμένει σχεδόν αδύνατο ακριβώς επειδή μια τέτοια αμερικανική παραδοχή θα ισοδυναμούσε με γεωπολιτική αυτοϋπονόμευση. Θα τραυμάτιζε τη θεμελιώδη αμερικανική θέση περί ελευθερίας ναυσιπλοΐας. Θα ανησυχούσε βαθιά τους αραβικούς συμμάχους του Κόλπου, οι οποίοι δεν μπορούν να δεχθούν ότι η ενεργειακή και εμπορική τους επιβίωση θα εξαρτάται θεσμικά από την ιρανική καλή θέληση. Θα έστελνε επίσης ένα επικίνδυνο μήνυμα πολύ πέρα από τον Περσικό Κόλπο: από την Ερυθρά Θάλασσα έως τη Νότια Σινική Θάλασσα, κάθε δύναμη που ελέγχει ένα chokepoint θα μπορούσε να συμπεράνει ότι η επιλεκτική αποσταθεροποίηση αποδίδει. Δηλαδή, αν κλείσεις αρκετά αποτελεσματικά μια θαλάσσια αρτηρία, μπορείς τελικά να αποσπάσεις όχι απλώς διαπραγμάτευση, αλλά και αναγνώριση. Για την Ουάσινγκτον, αυτό θα σήμαινε βραχυπρόθεσμη αποκλιμάκωση με μακροπρόθεσμο στρατηγικό κόστος. Και ακριβώς γι’ αυτό, όσο κι αν το Ιράν θα ήθελε να μετατρέψει το Στενό του Ορμούζ από διεθνές πέρασμα σε μηχανισμό πολιτικής αδειοδότησης, η αμερικανική αποδοχή ενός τέτοιου πλαισίου θα παραμείνει το όριο που δύσκολα θα διαβεί οποιοσδήποτε Λευκός Οίκος.
Το ουσιαστικό συμπέρασμα είναι άλλο. Το Ιράν δεν χρειάζεται να επιτύχει αυτό το σχεδόν αδύνατο για να έχει ήδη αποδείξει κάτι σημαντικό. Ότι, ακόμη και υπό τεράστια στρατιωτική πίεση, εξακολουθεί να διαθέτει έναν μοχλό που κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει. Και ότι, όσο το Στενό του Ορμούζ παραμένει σημείο όπου περνά περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και κρίσιμο μέρος του LNG, η Τεχεράνη θα προσπαθεί να μετατρέπει κάθε κρίση ασφαλείας σε διαπραγμάτευση ισχύος. Όχι επειδή μπορεί να νικήσει τους πάντες, αλλά επειδή μπορεί να πείσει ότι κανείς δεν μπορεί να κλείσει τον λογαριασμό χωρίς εκείνη. Αυτό δεν είναι ακόμη νίκη, αλλά είναι ο πιο επικίνδυνος ορισμός του «χάνει κερδίζοντας».