Η νέα στρατηγική του Ιράν: Χτυπήματα σε αραβικά κράτη και η αντίδραση του Κόλπου
Η Τεχεράνη διευρύνει τους στόχους της, στοχεύοντας υποδομές και θέτοντας εν αμφιβόλω την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή.
Οι πρόσφατες επιθέσεις του Ιράν εναντίον αραβικών και μουσουλμανικών κρατών αναδεικνύουν μια νέα περιφερειακή διάσταση, καθιστώμενη κρίσιμη για την έκβαση του πολέμου και τη διαμόρφωση της νέας ισορροπίας ισχύος στη Μέση Ανατολή. Παρά τις αρχικές προβλέψεις, η Τεχεράνη επέκτεινε την εμβέλεια των αντιποίνων της, αγγίζοντας χώρες με ισχυρό οπλοστάσιο και στοχεύοντας, πέραν πολιτικών και στρατιωτικών στόχων, κρίσιμες υποδομές όπως αεροδρόμια, ξενοδοχεία και εγκαταστάσεις επεξεργασίας πετρελαίου.
Δεδομένης της θρησκευτικής σύνδεσης που ενώνει την Τεχεράνη με τα περισσότερα κράτη του Περσικού Κόλπου, παρά τη διαφορά μεταξύ του σιιτικού Ισλάμ του Ιράν και του σουνιτικού των χωρών του Κόλπου, αναλυτές εκτιμούν ότι η Τεχεράνη ακολουθεί μια ιδιότυπη στρατηγική που υπερβαίνει τους απλούς βομβαρδισμούς αμερικανικών βάσεων.
Το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) βρίσκεται στο επίκεντρο, με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα να δέχονται τα περισσότερα πλήγματα. Παρά τις επιθέσεις, τα κράτη μέλη του GCC επέδειξαν συντονισμό, ενισχύοντας την κοινή τους γραμμή άμυνας έναντι των βαλλιστικών πυραύλων και των drones του Ιράν, προκαλώντας την έκπληξη του Αμερικανού Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ.
Ο Τραμπ δήλωσε στο CNN ότι οι ιρανικές επιθέσεις στον Κόλπο αποτέλεσαν τη “μεγαλύτερη έκπληξη” της σύγκρουσης, σημειώνοντας ότι οι χώρες του Κόλπου, παρά τις αρχικές επιφυλάξεις τους, επέμεναν πλέον να εμπλακούν. Η έκπληξη είναι ακόμη μεγαλύτερη για τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, δεδομένης της άτυπης συμφωνίας που διατηρούσαν με την Τεχεράνη για αποφυγή άμεσης αντιπαράθεσης, λαμβάνοντας υπόψη και τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα του Ιράν στο Ντουμπάι. Παρόλα αυτά, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα υπέστησαν μαζικές επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους και drones, υποδηλώνοντας την αναγνώριση από την Τεχεράνη της παγκόσμιας επιρροής τους.
Με την ενίσχυση της πίεσης μέσω των βομβαρδισμών, οι Ιρανοί επιδιώκουν, σύμφωνα με εκτιμήσεις, να ωθήσουν το Άμπου Ντάμπι να πιέσει την Ουάσιγκτον για τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων, αξιοποιώντας τους καλούς διαύλους επικοινωνίας που διατηρούν. Η φήμη του Ντουμπάι ως κορυφαίου επιχειρηματικού και τουριστικού κέντρου απειλείται πλέον άμεσα. Η κατάρρευση της εικόνας του Κόλπου ως «νησίδας ευημερίας, πλούτου και ασφάλειας» αποτελεί στρατηγικό στόχο των ιρανικών αντιποίνων, καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε ύφεση την παγκόσμια οικονομία, λόγω της απειλής σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις και τα στενά του Ορμούζ.
Στο πλαίσιο αυτό, οι επιθέσεις του Ιράν αποσκοπούν στην εφαρμογή της «στρατηγικής του χάους», με την περιφερειακή διάσταση να πιέζει τα γειτονικά κράτη και συνολικά όλες τις χώρες του Κόλπου να επιλέξουν στρατόπεδο άμεσα. Η επίθεση κατά του Ομάν, χώρας που παραδοσιακά διαδραμάτιζε ρόλο διαμεσολαβητή, ερμηνεύεται υπό αυτό το πρίσμα. Η αυξανόμενη πίεση προς τα κράτη του Κόλπου λειτουργεί και ως προειδοποίηση να μην παρέχουν διευκολύνσεις σε ΗΠΑ και Ισραήλ, ενώ τα πλήγματα σε πλουτοπαραγωγικές πηγές στοχεύουν άμεσα στα ζωτικά οικονομικά τους συμφέροντα.
Παρά την προσπάθεια του Ιράν να πολλαπλασιάσει τις απώλειες, η επιθετική του στάση φάνηκε να έχει αντίθετα αποτελέσματα. Τα έξι μέλη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (Σαουδική Αραβία, Κουβέιτ, Κατάρ, Μπαχρέιν, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Ομάν) πραγματοποίησαν κοινή συνάντηση, ενισχύοντας τους δεσμούς τους. Εξέφρασαν την αλληλεγγύη τους και δεσμεύτηκαν να λάβουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την υπεράσπιση της ασφάλειας και της σταθερότητάς τους, συμπεριλαμβανομένης της επιλογής απάντησης στην επιθετικότητα, χωρίς, ωστόσο, να έχουν ακόμη εμπλακεί άμεσα στη γειτονική σύρραξη.
