Ιράν: Οικονομικά δολώματα για τον Τραμπ στοχεύουν σε συμφωνία πυρηνικών
Νέος γύρος διαπραγματεύσεων στη Γενεύη, με την Τεχεράνη να προσφέρει επενδύσεις σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο για να αποφευχθεί ο πόλεμος.
Το Ιράν επανέρχεται με νέες διπλωματικές κινήσεις, επιδιώκοντας να προσελκύσει τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ μέσω ελκυστικών οικονομικών κινήτρων. Στόχος της Τεχεράνης είναι η επίτευξη συμφωνίας σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας και η αποτροπή πιθανής πολεμικής σύγκρουσης, με την προσφορά επενδύσεων στα πλούσια κοιτάσματά της σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλείται η εφημερίδα Financial Times, η προσέγγιση αυτή περιγράφεται ως «εμπορικός θησαυρός (bonanza)», καθώς το Ιράν επιχειρεί να εκμεταλλευτεί την προτίμηση του Αμερικανού προέδρου για συμφωνίες που υπόσχονται άμεσα οικονομικά οφέλη για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, βρίσκεται στη Γενεύη, όπου έχει ξεκινήσει νέος κύκλος έμμεσων διαπραγματεύσεων με τους Αμερικανούς απεσταλμένους Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ. Παρά τις προσπάθειες, ένας ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος δήλωσε ότι μέχρι στιγμής δεν έχει κατατεθεί επίσημη εμπορική πρόταση προς την Ουάσιγκτον. «Αυτό δεν συζητήθηκε ποτέ. Ο Πρόεδρος Τραμπ έχει καταστήσει σαφές ότι το Ιράν δεν μπορεί να αποκτήσει πυρηνικό όπλο ή την ικανότητα να το κατασκευάσει», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, πηγές που έχουν γνώση των διαβουλεύσεων αναφέρουν ότι η προοπτική επενδύσεων «απευθύνεται ειδικά στον Τραμπ», περιλαμβάνοντας εκμετάλλευση πετρελαίου και φυσικού αερίου, δικαιώματα εξόρυξης, κρίσιμα ορυκτά και συναφείς τομείς. Δεύτερη πηγή επιβεβαίωσε ότι έχουν υπάρξει συζητήσεις για αμερικανικές επενδύσεις στον ιρανικό ενεργειακό τομέα, αν και χωρίς την παρουσίαση επίσημης πρότασης. Η Τεχεράνη φέρεται να εξετάζει ως παράδειγμα τις προσπάθειες του Τραμπ να εξασφαλίσει συμφωνίες πετρελαίου για αμερικανικές εταιρείες στη Βενεζουέλα, μετά τις ενέργειες των ΗΠΑ εναντίον της κυβέρνησης Μαδούρο.
Η πρωτοβουλία αυτή εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια του Ιράν να διαβεβαιώσει την Ουάσιγκτον για τη σοβαρότητά του ως προς τη σύναψη συμφωνίας και να αποτρέψει πιθανά αμερικανικά πλήγματα. Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν προειδοποιήσει ότι σε περίπτωση νέας αμερικανικής επίθεσης, θα επανεξεταστεί το δόγμα της περιορισμένης ανταπόδοσης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει ενισχύσει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Μέση Ανατολή, έχει δώσει διορία 15 ημερών στην Τεχεράνη για να επιτευχθεί συμφωνία, προειδοποιώντας για «άσχημα πράγματα» αν αυτό δεν συμβεί. Ο πρόεδρος χαρακτήρισε «σκοτεινές» τις πυρηνικές φιλοδοξίες του Ιράν και επέμεινε ότι «δεν θα επιτρέψει ποτέ στον νούμερο ένα χορηγό της τρομοκρατίας στον κόσμο να αποκτήσει πυρηνικό όπλο», εκφράζοντας παράλληλα την προτίμηση για διπλωματική λύση.
Το Ιράν, από την πλευρά του, επιμένει ότι το πυρηνικό του πρόγραμμα έχει ειρηνικό χαρακτήρα, αν και στο παρελθόν είχε εμπλουτίσει ουράνιο σε επίπεδα κοντά στα απαιτούμενα για στρατιωτικούς σκοπούς. Εξετάζεται επίσης η δημιουργία ενός πολυεθνικού μηχανισμού επαλήθευσης του προγράμματος, με πιθανή συμμετοχή αμερικανικής ομάδας ή τρίτης χώρας, παράλληλα με τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας.
Ο Αμπάς Αραγτσί δήλωσε ότι το Ιράν «σε καμία περίπτωση δεν θα αναπτύξει πυρηνικό όπλο» και επιδιώκει «δίκαιη και ισότιμη συμφωνία στον συντομότερο δυνατό χρόνο». «Η συμφωνία είναι εφικτή, αρκεί να δοθεί προτεραιότητα στη διπλωματία», τόνισε. Ο εκπρόσωπος του ιρανικού Υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγκαεΐ, αναφέρθηκε στα πλεονεκτήματα της χώρας στους τομείς πετρελαίου, φυσικού αερίου και ενέργειας, καθώς και στην ανάγκη για σύγχρονη τεχνολογία.
Σύμφωνα με την Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας των ΗΠΑ, το Ιράν κατείχε το 2023 τα τρίτα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου και τα δεύτερα μεγαλύτερα αποθέματα φυσικού αερίου παγκοσμίως. Στις συνομιλίες έχουν συμπεριληφθεί κοινά ενεργειακά πεδία με γειτονικές χώρες, επενδύσεις στον μεταλλευτικό τομέα, ακόμη και αγορές πολιτικών αεροσκαφών.
Σε αντίθεση με τη συμφωνία του 2015, που κατέρρευσε με την αποχώρηση των ΗΠΑ, η Τεχεράνη θεωρεί ότι για μια «βιώσιμη συμφωνία» οι ΗΠΑ πρέπει να επωφεληθούν από τομείς υψηλής απόδοσης. Ενώ η Boeing είχε υπογράψει συμφωνία ύψους 20 δισ. δολαρίων με την Iran Air μετά τη συμφωνία του 2015, αυτή δεν υλοποιήθηκε λόγω των κυρώσεων.
Το Ιράν επιδιώκει την άρση των κυρώσεων και την αποδέσμευση δεκάδων δισ. δολαρίων από πετρελαϊκά έσοδα. Ωστόσο, το βασικό αγκάθι παραμένει ο εμπλουτισμός ουρανίου. Οι ΗΠΑ επιμένουν στον οριστικό τερματισμό αυτής της δυνατότητας, την οποία το Ιράν απορρίπτει, επικαλούμενο το δικαίωμά του ως συμβαλλόμενο μέρος στη Συνθήκη Μη Διάδοσης Πυρηνικών Όπλων.
Παρά τις διαψεύσεις από στελέχη της κυβέρνησης Τραμπ, αναφέρεται ότι η αμερικανική πλευρά ενδέχεται να δείξει κάποια ευελιξία, επιτρέποντας περιορισμένο εμπλουτισμό. Ο Αραγτσί δήλωσε ότι η Ουάσιγκτον δεν έχει ζητήσει οριστική αναστολή του εμπλουτισμού, ενώ ο Στιβ Γουίτκοφ επανέλαβε ότι οι «κόκκινες γραμμές» του Προέδρου περιλαμβάνουν «μηδενικό εμπλουτισμό» και παράδοση των αποθεμάτων εμπλουτισμένου ουρανίου.
