Δριμείες αντιδράσεις στην Ευρώπη για το κλείσιμο του ελληνικού προγράμματος της Deutsche Welle
Φορείς ελληνογερμανικού ενδιαφέροντος εκφράζουν ανησυχία και ζητούν επανεξέταση της απόφασης, τονίζοντας τον στρατηγικό ρόλο της DW.
Η απόφαση της Deutsche Welle (DW) να διακόψει τη λειτουργία του ελληνικού προγράμματος από την 1η Ιανουαρίου 2027, στο πλαίσιο γενικότερων οικονομικών περικοπών, έχει προκαλέσει κύμα αντιδράσεων από φορείς με ελληνογερμανικό ενδιαφέρον. Η Ελληνική Κοινότητα Βερολίνου εκφράζει τη «βαθιά της ανησυχία», υπενθυμίζοντας τον καθοριστικό ρόλο της ελληνικής σύνταξης της DW κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, χαρακτηρίζοντάς την «μια από τις σημαντικότερες φωνές δημοκρατικής ενημέρωσης».
Η Κοινότητα θέτει επιτακτικά ερωτήματα σχετικά με την πλήρη κατάργηση της ελληνικής γλώσσας, που είναι επίσημη γλώσσα δύο κρατών-μελών της ΕΕ (Ελλάδας και Κύπρου), την παρουσία άνω των 500.000 Ελλήνων στη Γερμανία και το μήνυμα που εκπέμπεται στις ελληνογερμανικές σχέσεις. Για τον λόγο αυτό, προανήγγειλε την αποστολή επιστολών προς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, τα αρμόδια θεσμικά όργανα και τη διοίκηση της DW, ζητώντας την αναστολή και την επανεξέταση της απόφασης με διαφάνεια και τεκμηρίωση. Επιπλέον, θα απευθυνθεί επιστολή στον ομοσπονδιακό πρόεδρο Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ, τονίζοντας τη σημασία της απόφασης για τις ελληνογερμανικές σχέσεις και το ευρωπαϊκό πνεύμα πολυμορφίας. Η Κοινότητα καλεί τους Έλληνες και Κύπριους, καθώς και όλους τους ελληνικούς φορείς στη Γερμανία, να τοποθετηθούν δημόσια και να στηρίξουν ενεργά την προσπάθεια διατήρησης της ελληνικής φωνής στη DW, υπογραμμίζοντας ότι «το οφείλουμε στη γλώσσα μας, στην ιστορία μας και στις επόμενες γενιές».
Αντίστοιχες ανησυχίες εκφράζει και ο Γερμανo-ελληνικός Επιχειρηματικός Σύνδεσμος DHW. Ο πρόεδρός του, Φαίδων Κοτσαμπόπουλος, τονίζει τη σημασία της ελληνόφωνης υπηρεσίας για τις ελληνογερμανικές σχέσεις, επισημαίνοντας τον ιστορικό ρόλο της DW στην εδραίωση της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Περιγράφει τη DW ως «μέσο προώθησης της Γερμανίας στο εξωτερικό» και «απαραίτητη γέφυρα» που μεταδίδει μια αυθεντική εικόνα της σύγχρονης Γερμανίας, τονίζοντας ότι η ελληνική σύνταξη είναι «ανεκτίμητης αξίας» για την ενίσχυση των διμερών σχέσεων, την προώθηση της αμοιβαίας κατανόησης και την κατάρριψη προκαταλήψεων.
Ο κ. Κοτσαμπόπουλος επισημαίνει τον αντίκτυπο του ελληνικού προγράμματος στην Κύπρο, τη διαιρεμένη χώρα-μέλος της ΕΕ, και τη σημασία του για τη γεωπολιτική σταθερότητα στην ανατολική Μεσόγειο, ειδικά σε περιόδους αυξανόμενων εντάσεων. Υπογραμμίζει δε ότι η κατάργηση του ελληνικού προγράμματος έρχεται σε μια περίοδο αναζωπύρωσης του αντιγερμανικού αισθήματος, λόγω δημόσιας συζήτησης για εγκλήματα πολέμου των ναζιστών, και η DW ως «σοβαρή γερμανική φωνή» έχει κατευναστική επίδραση, αποτρέποντας την καταστροφή της γέφυρας που χτίστηκε μεταξύ των χωρών. Ο Σύνδεσμος χαρακτηρίζει το κόστος του ελληνικού προγράμματος «αμελητέο» σε σχέση με τον συνολικό προϋπολογισμό της DW και δυσανάλογο προς τη «μαζική ζημιά» που θα προκαλέσει η κατάργησή του. Καλεί τη διοίκηση της DW να εκτιμήσει την αξία του ελληνικού προγράμματος όχι μόνο από δημοσιονομική άποψη, αλλά και ως «στρατηγική επένδυση» στην ελληνογερμανική φιλία, χαρακτηρίζοντας την απόφαση «κοντόφθαλμη» και «καταστροφικό μήνυμα για τον ελληνικό πολιτισμό».
Τέλος, ο Σύλλογος Ελλήνων Επιστημόνων Φρανκφούρτης περιγράφει την κατάργηση της ελληνόφωνης σύνταξης ως «σιωπή μιας ελεύθερης φωνής». Για τους Έλληνες επιστήμονες που ζουν και εργάζονται στη Γερμανία, η DW αποτέλεσε «γέφυρα πολιτισμού και επιστήμης», μεταφέροντας τον «γερμανικό ορθολογισμό και την ακαδημαϊκή εγκυρότητα» στην ελληνική γλώσσα. Ο Σύλλογος κάνει μνεία στην προσφορά του προγράμματος της DW την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας, ως «κορυφαία ελεύθερη φωνή της αντίστασης» που μετέδιδε «ελπίδα και δημοκρατικά ιδεώδη». Επίσης, εκτιμά την προσήλωση του ελληνικού τμήματος στην τεκμηριωμένη ανάλυση, σε μια εποχή που η παραπληροφόρηση απειλεί τη δημόσια σφαίρα. Η κατάργηση του ελληνικού τμήματος, του μοναδικού από τα 32 που κλείνει εξ ολοκλήρου, «αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό», καθώς «η δημοκρατία απαιτεί πολυφωνία και η επιστήμη απαιτεί έγκυρη επικοινωνία». Ο Σύλλογος καλεί την ηγεσία του οργανισμού να αναλογιστεί το «ιστορικό και πολιτικό βάρος» αυτής της φωνής.
