Σκάνδαλο Επστάιν: Νορβηγός πρώην πρωθυπουργός και κορυφαίοι παράγοντες εμπλέκονται
Αποκαλύψεις για δωροδοκία, επιρροή και μυστικές συμφωνίες που συγκλονίζουν τη διεθνή πολιτική σκηνή.
Η υπόθεση του Βρετανού πρίγκιπα Αντριου, ο οποίος ελέγχεται για παράδοση απόρρητων κρατικών εγγράφων στον Τζέφρι Επστάιν, φαίνεται πως ξεπερνά τα βρετανικά σύνορα. Η Νορβηγία βρίσκεται στο επίκεντρο ενός νέου σκανδάλου, καθώς ο πρώην πρωθυπουργός της και κορυφαίος διπλωμάτης, Θόρμπιορν Γιάγκλαντ, φέρεται να εμπλέκεται σε υποθέσεις διαφθοράς, με τις κατηγορίες να βαραίνουν και αυτόν. Ο Γιάγκλαντ, γνωστός ως πρωτεργάτης της Συνθήκης του Οσλο για το Μεσανατολικό, πρώην γ.γ. του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, υπουργός Εξωτερικών της Νορβηγίας και μέλος της Επιτροπής Νόμπελ, βρίσκεται αντιμέτωπος με σοβαρές κατηγορίες.
Ο σημερινός Νορβηγός πρωθυπουργός, Γιόνας Γκαρ Στόρε, επιβεβαιώνει τη σχέση του Επστάιν με πανίσχυρους πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες, κάνοντας λόγο για «ωμή πραγματικότητα». «Μπορείς να αγοράζεις επιρροή αν είσαι αρκετά πλούσιος», δήλωσε ο Στόρε, τονίζοντας πως «το να αγοράζει κανείς πολιτική δύναμη και επιρροή είναι ένας τρόπος έκφρασης του πού οδηγούν οι μεγάλες ανισότητες».
Ο Επστάιν, εκμεταλλευόμενος την οικονομική του ισχύ, «φόρτωνε» με δώρα μεγάλης αξίας άτομα που διέθεταν την επιρροή που χρειαζόταν. Τσάντες Hermès, Chanel και Celine, ακριβά ρούχα διάσημων σχεδιαστών και πληρωμένα ταξίδια ήταν μερικά από τα «δωράκια» που προσέφερε σε «επιλεγμένα» πρόσωπα.
Στο επίκεντρο των αποκαλύψεων βρίσκεται και η επενδυτική τράπεζα Goldman Sachs. Η γενική νομική σύμβουλος και επικεφαλής νομική σύμβουλος, Κάθι Ρούμλερ, υπέβαλε την παραίτησή της μετά τη δημοσιοποίηση εγγράφων που τη δείχνουν να λαμβάνει ακριβά δώρα από τον Επστάιν, όπως τσάντες, ρούχα και ταξίδια. Η Ρούμλερ, η οποία αποκαλούσε τον Επστάιν «θείο Τζέφρι» και αντάλλασσε μαζί του επαγγελματικές πληροφορίες, διατηρούσε μια λαμπρή καριέρα, έχοντας διατελέσει και σύμβουλος του πρώην προέδρου των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα.
Παρόμοια μοτίβα αποκαλύπτονται και σε άλλες περιπτώσεις. Ο επικεφαλής της κορυφαίας μεταφορικής εταιρείας του Ντουμπάι DP World, Σουλτάν Αχμέντ μπιν Σουλαϊγέν, βρίσκεται επίσης «στο κάδρο» λόγω εγγράφων που κάνουν λόγο για ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με σεξουαλικές εμπειρίες και μασάζ. Ο Σουλαϊγέν, ο οποίος είχε μακρά φιλία με τον Επστάιν, φέρεται να λάμβανε επαγγελματικές συμβουλές, ενώ παράλληλα οι επικοινωνίες τους περιλάμβαναν συχνές αναφορές σε πορνό, ερωτικά μασάζ και σεξουαλικές συνοδούς. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα email του Επστάιν το 2009, όπου ανέφερε «λάτρεψα το βίντεο του βασανισμού».
Η JP Morgan και η γερμανική Deutsche Bank βρίσκονται επίσης στο επίκεντρο. Ο Τζέιμι Ντάιμον, επικεφαλής της JP Morgan, αντιμετωπίζει ερωτήματα για ύποπτες συναλλαγές του Επστάιν μέσω της τράπεζάς του. Η Deutsche Bank, από την πλευρά της, βλέπει τη μετοχή της να πέφτει μετά τη δημοσιοποίηση αρχείων που δείχνουν ότι ο Επστάιν διαχειριζόταν τα περιουσιακά του στοιχεία μέσω 40 λογαριασμών στην τράπεζα.
Η «λίστα Επστάιν» συνεχίζει να προκαλεί τριγμούς στην παγκόσμια χρηματοοικονομική αγορά, αλλά και στις ηγεσίες κρατών, ακόμη και σε βασιλικούς οίκους. Η δημοσιοποίηση των αρχείων του καταδικασμένου παιδόφιλου φέρνει στο προσκήνιο λεπτομέρειες για το παγκόσμιο δίκτυο διαφθοράς που είχε στήσει. Η νορβηγική Αστυνομία, μετά την τελευταία δημοσίευση των αρχείων από το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, έκανε έφοδο σε κατοικίες του Γιάγκλαντ, με την κατηγορία της εμπλοκής σε σοβαρά σκάνδαλα διαφθοράς. Τα αρχεία αυτά αποκάλυψαν πολυετείς επαφές μεταξύ του Γιάγκλαντ και του χρηματιστή, με τον πολιτικό να αποδέχεται «δωράκια», όπως ταξίδια και πολυτελείς διαμονές. Παρόμοια, η πριγκίπισσα Μέτε-Μαρίτ φέρεται να είχε συναντήσει τον Επστάιν και να είχε «δανειστεί» το σπίτι του για προσωπική της διαμονή.
