Ενημέρωση με ένα κλικ

Ευρωπαϊκή πυρηνική αποτροπή στο προσκήνιο: Η σκιά της αμερικανικής απουσίας

Η προσωρινή διακοπή αμερικανικών στρατιωτικών πληροφοριών προς την Ουκρανία επαναφέρει στο τραπέζι την ανάγκη για αυτόνομη ευρωπαϊκή πυρηνική ασφάλεια.

Η προσωρινή διακοπή της ανταλλαγής στρατιωτικών πληροφοριών από τις ΗΠΑ προς την Ουκρανία τον Μάρτιο του 2025 επέφερε άμεσες επιχειρησιακές συνέπειες στο πεδίο της μάχης, προκαλώντας παράλληλα πολιτική αναταραχή στην Ευρώπη. Το γεγονός αυτό επαναφέρει στο προσκήνιο, για πρώτη φορά μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, τη συζήτηση γύρω από την ευρωπαϊκή πυρηνική αποτροπή.

Όταν η Ουάσιγκτον ανέστειλε για λίγες ημέρες την παροχή κρίσιμων πληροφοριών προς το Κίεβο, οι ουκρανικές δυνάμεις υπέστησαν σημαντικά πλήγματα. Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις παρακολουθούσαν με έντονη ανησυχία. Παρόλο που η διακοπή ήταν βραχύβια, το μήνυμα που εκπέμφθηκε ήταν σαφές: οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν θεωρούνται πλέον αυτονόητα αξιόπιστος στρατιωτικός εταίρος.

Σύμφωνα με πηγές με γνώση των διεργασιών, τις οποίες επικαλείται το Bloomberg, ευρωπαϊκές πρωτεύουσες διερευνούν πλέον, σε διμερές και τριμερές επίπεδο, καθώς και σε στρατιωτικό βάθος, τρόπους ενίσχυσης ή ακόμη και δημιουργίας μιας αυτόνομης ευρωπαϊκής πυρηνικής αποτροπής. Οι συνομιλίες αυτές διεξάγονται διακριτικά, κυρίως μεταξύ χωρών που φιλοξενούν αμερικανικά στρατιωτικά μέσα, βρίσκονται γεωγραφικά κοντά στη Ρωσία και αισθάνονται άμεση απειλή από τις ενέργειες του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Η Ευρώπη βασίζεται σήμερα στην αμερικανική «πυρηνική ομπρέλα», η οποία περιλαμβάνει αμερικανικά όπλα εγκατεστημένα στην ήπειρο και τη ρήτρα συλλογικής άμυνας του ΝΑΤΟ. Εάν η αξιοπιστία αυτής της δέσμευσης αμφισβητηθεί, η ήπειρος θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια Ρωσία που κατέχει το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο παγκοσμίως.

Μόνο η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτουν πυρηνικά όπλα στην Ευρώπη. Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, αναμένεται να επαναλάβει, σε επικείμενη ομιλία του και μετά από διαβουλεύσεις με τους συμβούλους του, τη δυνατότητα επέκτασης της γαλλικής πυρηνικής αποτροπής προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ήδη από πέρυσι είχε αφήσει ανοικτό αυτό το ενδεχόμενο, λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις στην Ουκρανία.

Το Ηνωμένο Βασίλειο εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την αμερικανική εφοδιαστική αλυσίδα, καθώς οι πύραυλοί του κατασκευάζονται από την αμερικανική εταιρεία Lockheed Martin, παρόλο που τα υποβρύχια είναι βρετανικής κατασκευής και το Λονδίνο διατηρεί επιχειρησιακή αυτονομία. Αντιθέτως, η Γαλλία διαθέτει την ικανότητα παραγωγής των δικών της πυρηνικών κεφαλών.

Θεωρητικά, και άλλες ευρωπαϊκές χώρες θα μπορούσαν να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα, ωστόσο αυτό θα συνεπαγόταν σημαντικό οικονομικό και πολιτικό κόστος, καθώς θα απαιτούσε παραβίαση διεθνών συμφωνιών μη διάδοσης. Εναλλακτικά, θα έπρεπε να αποδεχθούν τον κίνδυνο να καταστούν οι ίδιες στόχος αντιποίνων, εάν η υπεράσπιση ενός συμμάχου οδηγούσε σε τέτοια εξέλιξη.

«Φανταστείτε ότι η Ρωσία εισβάλλει στην Εσθονία», ανέφερε ο Πάβελ Πόβντιγκ, ερευνητής στο Ινστιτούτο Αφοπλισμού των Ηνωμένων Εθνών. «Η Γαλλία έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει τεράστια ζημιά στη Ρωσία, αλλά η Ρωσία θα μπορούσε να προκαλέσει αντίστοιχη ζημιά στη Γαλλία. Θα ήταν το Παρίσι διατεθειμένο να το διακινδυνεύσει;»

Η πυρηνική αποτροπή αναμένεται να βρεθεί στο επίκεντρο της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου. Ωστόσο, ειδικοί εκτιμούν ότι η πλήρης αντικατάσταση της αμερικανικής πυρηνικής ομπρέλας είναι οικονομικά δυσβάστακτη. Το 2025, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο δαπάνησαν πάνω από 530 δισεκατομμύρια δολάρια για άμυνα, ένα ποσό που ήδη επιβαρύνει σημαντικά τους προϋπολογισμούς.

Η Ντάρια Ντολζικόβα, ερευνήτρια στο Royal United Services Institute, εκτιμά ότι μια πανευρωπαϊκή πυρηνική αποτροπή δεν είναι ρεαλιστική. «Δεν βλέπω μια ενιαία ευρωπαϊκή πυρηνική αποτροπή», σημειώνει, προσθέτοντας ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι πώς η γαλλική και η βρετανική στρατηγική μπορούν να συμβάλουν στην ενίσχυση της συνολικής ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο διαθέτουν συνολικά περίπου 400 αναπτυγμένες πυρηνικές κεφαλές, έναντι 1.670 των ΗΠΑ. Παρά το μικρότερο μέγεθος, η ισχύς τους επαρκεί για την καταστροφή εκατοντάδων πόλεων. Η Ρωσία, ωστόσο, διαθέτει ένα ευρύτερο φάσμα τακτικών επιλογών, συμπεριλαμβανομένων μικρότερων πυρηνικών όπλων.

Οι δύο ευρωπαϊκές χώρες δαπανούν περίπου 12 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως για τη συντήρηση των πυρηνικών τους οπλοστασίων. Η πολιτική αποδοχή μιας ενδεχόμενης επέκτασης της πυρηνικής αποτροπής προς άλλες χώρες δεν θεωρείται δεδομένη, ιδίως ενόψει εσωτερικών πολιτικών εξελίξεων, όπως οι προεδρικές εκλογές στη Γαλλία, όπου η Μαρίν Λεπέν και ο Ζορντάν Μπαρντελά έχουν εκφραστεί κατά της «κοινής» πυρηνικής αποτροπής.

Αν και το ΝΑΤΟ εκφράζει ρητορική ενότητας, οι εξελίξεις αυτές αναδεικνύουν την αυξανόμενη σημασία της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας.

Get real time updates directly on you device, subscribe now.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com