Τέσσερις ώρες σιωπής: Η βαθύτερη δυσλειτουργία του Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου
Η αποκάλυψη της έλλειψης επικοινωνίας μεταξύ των κορυφαίων ηγετών του Ισραήλ μετά την επίθεση της Χαμάς φανερώνει δομικά προβλήματα στην εθνική ασφάλεια.
Η αποκάλυψη ότι ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο υπουργός Άμυνας Γιοάβ Γκάλαντ και ο αρχηγός των IDF, Χέρτζι Χαλέβι, δεν επικοινώνησαν μεταξύ τους για σχεδόν τέσσερις ώρες μετά την έναρξη της επίθεσης της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου, δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη στοιχείο στο χρονικό της αποτυχίας. Αντιθέτως, φανερώνει μια δομική ένδειξη βαθύτερης δυσλειτουργίας.
Η συγκεκριμένη αποκάλυψη, η οποία προέρχεται από το ισραηλινό μέσο «Jerusalem Post» και φέρει την υπογραφή του Elliot Kaufman, επί χρόνια δημοσιογράφου και ανταποκριτή της Wall Street Journal, τονίζει την κρίσιμη έλλειψη συντονισμού. Στις 6:29 π.μ., η Χαμάς ενεργοποίησε ένα πολυεπίπεδο σχέδιο, εξαπολύοντας 3.700 ρουκέτες, κινητοποιώντας 5.600 μαχητές και εισβάλλοντας από 119 σημεία. Μέχρι τις 10:00 π.μ., εκατοντάδες Ισραηλινοί είχαν σκοτωθεί ή απαχθεί, ωστόσο οι τρεις κορυφαίοι θεσμικοί πυλώνες εθνικής ασφάλειας δεν είχαν ακόμη καταφέρει να συντονιστούν.
**Η επιχειρησιακή εικόνα: Αποσπασματική και ελλιπής**
Το πρώτο σημαντικό πρόβλημα αφορούσε την αντίληψη της κατάστασης στο πεδίο. Στις 7:30 π.μ., η ανώτατη διοίκηση του στρατού γνώριζε μόλις το 40% των σημείων εισβολής της Χαμάς, ενώ στις 10:00 π.μ., το ποσοστό αυτό έφτανε μόλις το 60%. Η Μεραρχία Γάζας είχε ουσιαστικά παραλύσει, με τη ροή πληροφοριών να είναι χαοτική. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν υπήρχε άμεση τηλεφωνική επικοινωνία των τριών ηγετών από τις 7:00 π.μ., η πληροφοριακή βάση για τη λήψη δραστικά διαφορετικών αποφάσεων θα ήταν εξαιρετικά περιορισμένη.
**Η στρατηγική υπόθεση που κατέρρευσε**
Το πρόβλημα, όμως, δεν ήταν μόνο τεχνικό. Η στρατηγική υπόθεση στην οποία βασιζόταν η ισραηλινή αποτροπή έναντι της Χαμάς κατέρρευσε. Η κεντρική παραδοχή ήταν ότι η οργάνωση είχε μετατραπεί σε «ορθολογικό δρώντα», αφοσιωμένη στη διακυβέρνηση της Γάζας και αποτρεπόμενη από το ισραηλινό τείχος. Ακόμη και όταν εντοπίστηκε το σχέδιο «Τείχη της Ιεριχούς» το 2018, θεωρήθηκε μη ρεαλιστικό. Η πληροφορία υπήρχε, αλλά η εκτίμηση ήταν λανθασμένη. Το δόγμα είχε υπερισχύσει των ενδείξεων.
Η προειδοποίηση του Αμίτ Σάαρ, ότι η εσωτερική πολιτική κρίση υπονομεύει την εικόνα ισχύος του Ισραήλ, κινήθηκε στην ίδια κατεύθυνση. Αν και δεν προέβλεπε εισβολή, υπογράμμιζε την αποδυνάμωση της αποτροπής. Η αποτροπή, ωστόσο, είναι μια ψυχολογική εξίσωση, και εκεί έκανε την πρώτη ρωγμή.
**Το πολιτικό υπόβαθρο: Κρίση εμπιστοσύνης**
Η τετράωρη σιωπή δεν μπορεί να αναλυθεί εκτός του πολιτικού περιβάλλοντος του 2023. Η σύγκρουση για τη δικαστική μεταρρύθμιση είχε διαρρήξει την εμπιστοσύνη μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Ο Γκάλαντ είχε αποπεμφθεί και επανέλθει, ο Χαλέβι δεχόταν πιέσεις για την πειθαρχία των εφέδρων, και το επιτελείο είχε βρεθεί στο επίκεντρο δημόσιας αντιπαράθεσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η επικοινωνία δεν είναι αυτονόητη, αλλά διαμεσολαβημένη, θεσμικά ψυχρή και προσεκτική. Σε κανονικές συνθήκες, αυτό ίσως να μην έχει σημασία, αλλά σε μια κρίση υψηλής έντασης, το κόστος είναι εκθετικό. Η απουσία άμεσης επικοινωνίας δεν σημαίνει απαραίτητα άγνοια, αλλά έλλειψη θεσμικού συγχρονισμού.
**Θα άλλαζε το αποτέλεσμα;**
Είναι εύλογο το ερώτημα: αν οι βασικοί συντελεστές του ισραηλινού κράτους και της άμυνάς του είχαν μιλήσει στις 7:00 π.μ., θα είχε αλλάξει η έκβαση; Πιθανότατα όχι δραστικά στο πεδίο των πρώτων ωρών, καθώς η εισβολή είχε ήδη πραγματοποιηθεί, οι τοπικές δυνάμεις είχαν αιφνιδιαστεί και το σύστημα πληροφοριών δεν είχε πλήρη εικόνα.
Όμως, σε επίπεδο πολιτικής ηγεσίας, η διαχείριση της κρίσης θα είχε διαφορετική αφετηρία. Οι πρώτες ώρες καθορίζουν το πλαίσιο – την κινητοποίηση εφεδρειών, το μήνυμα προς τον πληθυσμό, τη διεθνή επικοινωνία, την εσωτερική συνοχή. Και σε αυτό το σημείο, υπήρξε ένα κενό.
**Η ευρύτερη σημασία**
Η 7η Οκτωβρίου δεν ήταν μόνο αποτυχία πληροφοριών, αλλά και αποτυχία συστημικής ολοκλήρωσης. Το Ισραήλ διέθετε τεχνολογική υπεροχή, στρατιωτική ισχύ και εκτεταμένο μηχανισμό συλλογής πληροφοριών, αλλά εκείνο το πρωινό του έλειπε μια ενοποιημένη ηγετική λειτουργία. Η μεταγενέστερη επιθετική στρατηγική απέναντι στο Ιράν, τη Χεζμπολάχ και τη Συρία αποκατέστησε μέρος της αποτροπής, αλλά δεν αναιρεί τη θεσμική ρωγμή που αποκαλύφθηκε.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος φέρει τη μεγαλύτερη ευθύνη, αλλά αν το σύστημα έχει αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στην κορυφή. Διότι σε ένα περιβάλλον πολλαπλών μετώπων – Γάζα, Λίβανος, Ιράν – η αποτροπή δεν μετριέται μόνο σε πυραύλους και drones, αλλά και σε συνοχή. Και η συνοχή είναι πολιτικό κεφάλαιο, ειδικά σε προεκλογική περίοδο.
