Γκισλέιν Μάξγουελ: Άρνηση κατάθεσης στην έρευνα για Τζέφρι Επστάιν
Η κατηγορούμενη επικαλέστηκε το δικαίωμα σιωπής, ενώ μέλη του Κογκρέσου εξέφρασαν απογοήτευση για την έλλειψη νέων στοιχείων.
Η Γκισλέιν Μάξγουελ, καταδικασμένη για τον ρόλο της στην υπόθεση του Τζέφρι Επστάιν, αρνήθηκε να απαντήσει σε ερωτήσεις κατά τη διάρκεια κλειστής, διαδικτυακής κατάθεσης ενώπιον Επιτροπής της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, η οποία διερευνά την πολύκροτη υπόθεση. Η κατάθεση, η οποία πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα, εντάσσεται στο πλαίσιο της ευρύτερης έρευνας του Κογκρέσου για τις δραστηριότητες του Επστάιν.
Επικαλούμενη το δικαίωμα που της παρέχει η Πέμπτη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, η Μάξγουελ χρησιμοποίησε το δικαίωμά της να παραμείνει σιωπηλή, ώστε να μην αυτοενοχοποιηθεί. Η εξέλιξη αυτή έρχεται μετά από πολύμηνες προσπάθειες της Επιτροπής να εξασφαλίσει την παρουσία της, ενώ η ίδια εκτίει ποινή φυλάκισης 20 ετών σε σωφρονιστικό ίδρυμα στο Τέξας. Παρά τη σημασία της διαδικασίας, σύμφωνα με δηλώσεις των μελών της Επιτροπής, δεν προέκυψαν νέα στοιχεία που να φωτίζουν την υπόθεση.
Η Μάξγουελ, εμφανιζόμενη με τη φόρμα της φυλακής, απάντησε στην ερώτηση αν είχε σχέση με τον Επστάιν: «Θα ήθελα να απαντήσω στην ερώτησή σας, αλλά, κατόπιν συμβουλής του δικηγόρου μου, αρνούμαι με σεβασμό να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση και σε οποιαδήποτε σχετική ερώτηση. Η αίτηση habeas corpus που έχω υποβάλει εκκρεμεί στο νότιο διαμέρισμα της Νέας Υόρκης. Ως εκ τούτου, επικαλούμαι το δικαίωμά μου να παραμείνω σιωπηλή, σύμφωνα με την Πέμπτη Τροπολογία του Συντάγματος των Ηνωμένων Πολιτειών».
Ο πρόεδρος της Επιτροπής, Τζέιμς Κόμερ, δήλωσε μετά το πέρας της κατάθεσης ότι η Μάξγουελ είχε την ευκαιρία να απαντήσει σε ερωτήματα που απασχολούν κάθε Αμερικανό και είναι κρίσιμα για την έρευνα, αλλά επέλεξε την σιωπή. Ανέφερε επίσης ότι η νομική ομάδα της κατηγορούμενης προχώρησε σε προετοιμασμένες δηλώσεις στην αρχή, πριν εκείνη επικαλεστεί το δικαίωμά της.
Από την πλευρά του, ο Ρόμπερτ Γκαρτσία, ανώτερο μέλος της Επιτροπής από τους Δημοκρατικούς, τόνισε ότι, μετά από μήνες αγνόησης της κλήτευσης, η Γκισλέιν Μάξγουελ εμφανίστηκε, αλλά δεν παρείχε καμία ουσιαστική πληροφορία «για τους άνδρες που βίασαν και διακίνησαν γυναίκες και κορίτσια».
Η Επιτροπή είχε εκδώσει την αρχική κλήτευση τον Ιούλιο. Η Μάξγουελ είχε καταδικαστεί το 2022, όταν ομοσπονδιακό δικαστήριο την έκρινε ένοχη για τη συνδρομή της στη διακίνηση ανήλικων κοριτσιών από τον Επστάιν. Η ίδια έχει αρνηθεί ότι κακοποίησε οποιονδήποτε και ισχυρίζεται ότι χρησιμοποιήθηκε ως αποδιοπομπαίος τράγος μετά τον θάνατο του χρηματιστή στη φυλακή το 2019, ισχυρισμός που οι εισαγγελικές αρχές έχουν απορρίψει.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Μάξγουελ δεν είχε επικαλεστεί το δικαίωμα σιωπής σε προηγούμενη συνάντησή της τον Ιούλιο με τον αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης Τοντ Μπλανς για την υπόθεση Επστάιν, καθώς τότε της είχε χορηγηθεί περιορισμένη ασυλία. Ωστόσο, ο Τζέιμς Κόμερ απέρριψε το αίτημά της για ευρύτερη ασυλία με αντάλλαγμα την κατάθεσή της. Ο δικηγόρος της φέρεται να είχε δηλώσει ότι θα απαντούσε σε ερωτήσεις μόνο αν της απονεμόταν χάρη από τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, πρόταση την οποία ο πρόεδρος της Επιτροπής απέρριψε κατηγορηματικά.
