Γενναίος 13χρονος διένυσε χιλιόμετρα για να σώσει την οικογένειά του από θανάσιμο κίνδυνο στη θάλασσα
Μια οικογενειακή βόλτα στην Αυστραλία μετατράπηκε σε θρίλερ, όταν οι ισχυροί άνεμοι παρέσυραν μητέρα και παιδιά ανοιχτά, με τον Όστιν Άπελμπι να δίνει τη δική του μάχη για τη ζωή.
Μια φαινομενικά ήρεμη οικογενειακή έξοδος σε παραλία της δυτικής Αυστραλίας έμελλε να εξελιχθεί σε εφιάλτη, όταν ξαφνικά ισχυροί άνεμοι παρέσυραν μητέρα και παιδιά στα ανοιχτά. Ο 13χρονος Όστιν Άπελμπι, βλέποντας την οικογένειά του σε κίνδυνο, κολύμπησε για ώρες μέχρι να καταφέρει να ζητήσει βοήθεια.
«Δεν σκέφτηκα ότι είμαι ήρωας – απλώς έκανα αυτό που έπρεπε να κάνω», δήλωσε ο Όστιν στο BBC, αποδεικνύοντας αξιοθαύμαστη ψυχραιμία. Η μητέρα του, Τζοάν Άπελμπι, περιέγραψε πώς η οικογένεια απολάμβανε τη θάλασσα με δύο σανίδες SUP και ένα καγιάκ σε ρηχά νερά, όταν τα παιδιά απομακρύνθηκαν περισσότερο από το προβλεπόμενο. «Ο αέρας δυνάμωσε και από εκεί και πέρα όλα ξέφυγαν. Χάσαμε τα κουπιά και παρασυρόμασταν όλο και πιο μακριά. Όλα πήγαν στραβά πολύ, πολύ γρήγορα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Καθώς η απόσταση από την ακτή γινόταν όλο και μεγαλύτερη, η Τζοάν συνειδητοποίησε την ανάγκη για βοήθεια, αλλά δεν μπορούσε να αφήσει μόνα τα μικρότερα παιδιά. Έτσι, αποφάσισε να στείλει τον Όστιν πίσω. «Νωρίς στείλαμε αυτόν το νεαρό πίσω για να βρει βοήθεια, γιατί δεν φαινόταν ότι ήμασταν τόσο μακριά από την ακτή», εξήγησε.
Ο Όστιν επιβιβάστηκε στο καγιάκ, αγνοώντας ότι ήταν ήδη σοβαρά φθαρμένο. «Άρχισε να αναποδογυρίζει, έχασα το κουπί και κατάλαβα ότι είχα πρόβλημα. Προσπαθούσα να κωπηλατώ με το χέρι μου», περιέγραψε τις πρώτες του δυσκολίες. Λίγο αργότερα, το καγιάκ τον πέταξε για τελευταία φορά στο νερό.
Κρατώντας το αναποδογυρισμένο καγιάκ, ο Όστιν συνειδητοποίησε ότι η κατάσταση είχε γίνει επικίνδυνη. «Ήμουν ήδη έξω για δύο ώρες», ανέφερε, έχοντας χάσει κάθε οπτική επαφή με την οικογένειά του, ενώ τα κύματα δυνάμωναν και το φως λιγοστέυε.
Εν τω μεταξύ, η Τζοάν και τα δύο μικρότερα παιδιά παρασύρονταν ολοένα και πιο μακριά, φτάνοντας τελικά σε απόσταση περίπου 14 χιλιομέτρων από την ακτή. «Υπέθετα ότι ο Όστιν είχε φτάσει πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι τελικά συνέβη. Καθώς περνούσε η ώρα, δεν βλέπαμε κανένα σκάφος, τίποτα να έρχεται να μας σώσει», περιέγραψε την αγωνία της, προσθέτοντας: «Σκεφτόμουν, αν δεν τα κατάφερε, μήπως πήρα λάθος απόφαση και αν θα έρθει ποτέ κάποιος να σώσει τα άλλα δύο παιδιά μου».
Ο 13χρονος, αντιμετωπίζοντας δυσκολίες με το σωσίβιό του, το εγκατέλειψε και άρχισε να κολυμπά τα τελευταία περίπου τέσσερα χιλιόμετρα. «Σκεφτόμουν τη μαμά, τον Μπο και τη Γκρέις. Σκεφτόμουν και τους φίλους μου. Αυτό με κράτησε», είπε, αναφερόμενος στα αγαπημένα του πρόσωπα.
Φτάνοντας στην ξηρά, ο Όστιν δυσκολευόταν να πιστέψει την πραγματικότητα. «Όταν πάτησα στο έδαφος σκέφτηκα, πώς γίνεται να είμαι στη στεριά τώρα – μήπως είναι όνειρο;». Αμέσως μετά, η σκέψη του στράφηκε στην οικογένειά του: «Η οικογένειά μου μπορεί να είναι ακόμη ζωντανή εκεί έξω, πρέπει να τους σώσω».
Λίγο πριν τις 18:00 τοπική ώρα, εντόπισε την τσάντα της μητέρας του και κάλεσε τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, γεγονός που ενεργοποίησε μια μεγάλη επιχείρηση έρευνας και διάσωσης. Ο ίδιος, εξαντλημένος, κατέρρευσε και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, χωρίς να γνωρίζει αν οι δικοί του είχαν διασωθεί.
