Τα νέα αρχεία Έπσταϊν αποκαλύπτουν το δίκτυο εξουσίας και τη διάρκειά του
Περισσότερα από 1.200 άτομα εμπλέκονται, με τον Ντόναλντ Τραμπ να αναφέρεται πάνω από 1.000 φορές, αλλά χωρίς απτές αποδείξεις εγκληματικής εμπλοκής.
Η πρόσφατη δημοσιοποίηση σχεδόν τριών εκατομμυρίων σελίδων εγγράφων που σχετίζονται με τον Τζέφρι Έπσταϊν δεν οδήγησε στην αναμενόμενη θεαματική αποκάλυψη. Δεν εμφανίστηκε μια ενιαία «λίστα πελατών» ούτε ένα έγγραφο που να δικαιολογεί άμεσες ποινικές διώξεις εναντίον ισχυρών προσώπων. Αντίθετα, τα νέα αρχεία σκιαγραφούν μια ανησυχητική εικόνα: ένα δίκτυο εξουσίας που παρέμεινε λειτουργικό ακόμη και μετά την καταδίκη του Έπσταϊν το 2008 και τη σύλληψή του το 2019.
Αυτό που αναδεικνύεται δεν είναι ένα κρυφό κύκλωμα που δρούσε στο σκοτάδι, αλλά ένα οικοσύστημα κοινωνικής και οικονομικής συνεύρεσης, στο οποίο ο Έπσταϊν διατήρησε τη θέση του, παραμένοντας χρήσιμος και ανεκτός για πάνω από μια δεκαετία, χωρίς να κρύβεται ή να μένει στο περιθώριο λόγω των παραβατικών του δραστηριοτήτων.
Το νέο στοιχείο έγκειται στη διάρκεια. Τα έγγραφα αποδεικνύουν ότι οι σχέσεις του Έπσταϊν με επιχειρηματίες, πολιτικούς, νομικούς, ανθρώπους των ΜΜΕ και της διεθνούς κοινωνικής σκηνής δεν διακόπηκαν όταν θα έπρεπε θεσμικά να έχουν γίνει τοξικές. Αντιθέτως, σε πολλές περιπτώσεις συνεχίστηκαν ή επανεκκινήθηκαν, με μεγαλύτερη προσοχή στη διαχείριση των ιχνών, αλλά χωρίς ουσιαστική αποστασιοποίηση. Η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή ενός ανθρώπου που, παρά την καταδίκη του για σεξουαλικά εγκλήματα, συνέχιζε να προσκαλεί, να μεσολαβεί, να χρηματοδοτεί και να λειτουργεί ως κοινωνικός κόμβος.
Η ποσοτική ανάλυση των αρχείων παρέχει για πρώτη φορά μια σχετικά καθαρή ανθρωπογεωγραφία του δικτύου. Περισσότερα από 1.200 άτομα εμφανίζονται τουλάχιστον μία φορά σε email, ημερολόγια, καταγραφές πτήσεων ή οικονομικά έγγραφα. Περίπου 150 από αυτά εμφανίζονται επανειλημμένα, υποδηλώνοντας σταθερή σχέση. Ένας πολύ μικρότερος πυρήνας, λιγότερος από 40 άτομα, καταγράφεται ως συστηματικός συνομιλητής ή επισκέπτης, με πολυετή παρουσία.
Η κατανομή των προσώπων δείχνει ότι περίπου το 35% προέρχεται από τον χρηματοοικονομικό και επιχειρηματικό τομέα, το 20% από την πολιτική και δημόσια διοίκηση, το 15% από τον νομικό κόσμο και τους συμβούλους, άλλο ένα 15% από τα ΜΜΕ, τη μόδα και τον πολιτισμό, ενώ το υπόλοιπο 15% κατανέμεται σε ακαδημαϊκούς, επιστημονικούς και κοινωνικούς κύκλους. Γεωγραφικά, η πλειονότητα των επαφών εντοπίζεται στις ΗΠΑ (περίπου 60%), ακολουθεί η Ευρώπη (25%), ενώ η Καραϊβική και τα offshore χρηματοπιστωτικά κέντρα συγκεντρώνουν περίπου το 10%. Η Μέση Ανατολή και η Ασία εμφανίζονται με μικρότερο ποσοστό, αλλά οι περιπτώσεις από αυτές τις περιοχές έχουν ιδιαίτερη οικονομική και πολιτική βαρύτητα.
Στο πλαίσιο αυτό, η συχνότητα με την οποία εμφανίζεται το όνομα του Ντόναλντ Τραμπ είναι αξιοσημείωτη. Ο Τραμπ αναφέρεται πάνω από 1.000 φορές στα νέα αρχεία, αριθμός που προκαλεί από μόνος του πολιτικό και δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. Ωστόσο, η ανάγνωση αυτών των αναφορών απαιτεί προσοχή. Η συντριπτική πλειονότητά τους σχετίζεται με κοινωνικά ημερολόγια, εκδηλώσεις της δεκαετίας του 1990, κύκλους της Νέας Υόρκης και το περιβάλλον του Μαρ-α-Λάγκο. Ο Τραμπ εμφανίζεται ως μέρος ενός ευρύτερου κοινωνικού τοπίου στο οποίο ο Έπσταϊν κινούνταν με άνεση. Τα έγγραφα δεν προσθέτουν νέα, απτά στοιχεία που να τεκμηριώνουν εγκληματική εμπλοκή του. Προσθέτουν, όμως, τη διάσταση της εγγύτητας και της κανονικότητας: ο Έπσταϊν δεν ήταν περιθωριακός, αλλά παρών σε χώρους όπου διαμορφωνόταν κοινωνικό και πολιτικό κεφάλαιο. Η συχνότητα των αναφορών δεν συνιστά απόδειξη ενοχής, αλλά υπονομεύει την αφήγηση πλήρους και έγκαιρης αποκοπής.
Αντίθετα, η παρουσία της Βασιλικής Οικογένειας της Σαουδικής Αραβίας στα αρχεία είναι σαφώς πιο έμμεση και λιγότερο ονομαστική, αλλά αντίρροπα σημαντική. Δεν προκύπτουν εκτενείς προσωπικές αλληλογραφίες με συγκεκριμένα μέλη της οικογένειας, ούτε συχνές αναφορές σε κοινωνικές συναναστροφές. Αυτό που προκύπτει, όμως, είναι η οικονομική γεωγραφία του δικτύου του Έπσταϊν. Τα έγγραφα καταγράφουν επαφές με Σαουδάραβες επιχειρηματίες και διαχειριστές κεφαλαίων που συνδέονται άμεσα και χωρίς ενδιάμεσους με το βασιλικό περιβάλλον, καθώς και επενδυτικές συζητήσεις και δομές που τέμνονται με κεφάλαια προερχόμενα από τον Κόλπο. Η απουσία πολλών ονομάτων δεν σημαίνει απουσία σχέσης, αλλά υποδηλώνει έναν πιο θεσμικό και προσεκτικά φιλτραρισμένο τρόπο εμπλοκής, με αυστηρότερο έλεγχο ίχνους και μεγαλύτερη απόσταση από την προσωπική έκθεση που χαρακτήριζε δυτικούς κύκλους.
Σε επιχειρηματικό επίπεδο, τα νέα αρχεία ενισχύουν την εικόνα ενός Έπσταϊν που λειτουργούσε ως οικονομικός και κοινωνικός διαμεσολαβητής. Οι περιπτώσεις τεχνολογικών και χρηματοοικονομικών παραγόντων δείχνουν ότι οι σχέσεις δεν περιορίζονταν σε τυπικές επαφές. Επενδυτικές ροές, ανταλλαγές email και κοινωνικές προσκλήσεις συνεχίστηκαν για χρόνια μετά το 2008. Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα νέα στοιχεία μετατοπίζουν το ερώτημα από το αν γνώριζαν τα εγκλήματα στο κατά πόσο αποδέχονταν έναν άνθρωπο που είχε ήδη καταδικαστεί, επειδή παρέμενε χρήσιμος ή απαραίτητος.
Κεντρικό στοιχείο των αποκαλύψεων είναι και ο τρόπος με τον οποίο ο Έπσταϊν αξιοποιούσε αυτό το δίκτυο ως εργαλείο ισχύος απέναντι στα θύματά του. Μαρτυρίες και καταγραφές δείχνουν ότι επεδείκνυε τις γνωριμίες του, ενθάρρυνε την ακρόαση τηλεφωνικών συνομιλιών με ισχυρούς συνομιλητές και καλλιεργούσε την αίσθηση ότι η αντίσταση θα είχε συνέπειες. Τα νέα αρχεία ενισχύουν την εικόνα ενός ανθρώπου που δεν δρούσε απλώς ως θηρευτής, αλλά ως φορέας ενός άτυπου αλλά αποτελεσματικού συστήματος εκφοβισμού, βασισμένου στην κοινωνική ανισορροπία ισχύος.
Παρά τον τεράστιο όγκο υλικού, τα κενά παραμένουν κρίσιμα. Δεν έχουν αποχαρακτηριστεί τα πρακτικά ενόρκων, μεγάλα τμήματα οικονομικών δομών παραμένουν αδιαφανή και δεν υπάρχει ακόμη πλήρης εικόνα για το ποιοι θεσμοί γνώριζαν, πότε και με ποια αντίδραση. Το σημαντικότερο αναπάντητο ερώτημα δεν αφορά μεμονωμένα ονόματα, αλλά τη θεσμική ανοχή. Πώς ήταν δυνατόν ένας καταδικασμένος σεξουαλικός παραβάτης να διατηρεί πρόσβαση σε τόσο κρίσιμους κόμβους εξουσίας επί σειρά ετών χωρίς ουσιαστικές συνέπειες.
