Βίαιες συγκρούσεις στο Μπαλουτσιστάν: Σαρωτικός απολογισμός νεκρών και τραυματιών
Σφορές επιθέσεις αυτονομιστών στο Πακιστάν προκαλούν χάος, με την κυβέρνηση να κατηγορεί την Ινδία για υποστήριξη.
Τραγικό τέλος είχαν οι σφοδρές επιθέσεις και οι μάχες αυτονομιστών με τις πακιστανικές δυνάμεις ασφαλείας σε διάφορες πόλεις της επαρχίας Μπαλουτσιστάν, στα νοτιοδυτικά. Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις, τουλάχιστον 18 άμαχοι, ανάμεσά τους γυναίκες και παιδιά που ανήκαν στην ίδια οικογένεια, 15 μέλη των δυνάμεων ασφαλείας και 92 αντάρτες έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια πολύωρων συγκρούσεων.
Οι επιθέσεις, που εξαπολύθηκαν χθες, έρχονται την επομένη της ανακοίνωσης του στρατού του Πακιστάν ότι είχε σκοτώσει τουλάχιστον 41 αυτονομιστές στην Μπαλουτσιστάν. Η συγκεκριμένη επαρχία, που είναι φτωχή και γειτονεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν, αποτελεί συχνά θέατρο αιματηρών ταραχών.
Ο Πακιστανός πρωθυπουργός Σαμπάζ Σαρίφ εξέφρασε την πλήρη στήριξή του στις ένοπλες δυνάμεις “στον αποφασισμένο αγώνα τους για να υπερασπίσουν τη χώρα”. Παράλληλα, εξαπέλυσε βολές κατά της Ινδίας, κατηγορώντας την πως παρέχει υποστήριξη στους αυτονομιστές.
Πηγή από τον πακιστανικό μηχανισμό ασφαλείας έκανε αρχικά λόγο για “δέκα μέλη των δυνάμεων ασφαλείας” που βρήκαν τον θάνατο και πολλούς άλλους “που τραυματίστηκαν”. Ωστόσο, λίγες ώρες αργότερα, ο στρατός αναθεώρησε τον αριθμό, ανεβάζοντάς τον σε 15 νεκρούς στρατιωτικούς.
Την ευθύνη για τις επιθέσεις ανέλαβε ο Στρατός Απελευθέρωσης του Μπαλουτσιστάν (BLA), το κυριότερο κίνημα των Βελούχων αυτονομιστών. Σε ανακοίνωσή του, το BLA τόνισε πως στόχος του ήταν εγκαταστάσεις του στρατού και της αστυνομίας, ενώ περιέγραψε πώς αποκλείστηκαν δρόμοι με σκοπό την επιβράδυνση της αντίδρασης των αρχών. Το ένοπλο κίνημα ισχυρίστηκε επίσης ότι στις ενέργειες αυτές συμμετείχαν και γυναίκες, ενώ οι απώλειες στις τάξεις των δυνάμεων ασφαλείας έφτασαν τις 84.
Για δεκαετίες, οι Βελούχοι αυτονομιστές καταγγέλλουν πως η περιοχή τους λεηλατείται από το κεντρικό κράτος. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, το 70% του πληθυσμού ζει στη φτώχεια, παρά το πλούσιο σε υδρογονάνθρακες υπέδαφος, το οποίο εκμεταλλεύονται κυρίως κινεζικές εταιρείες. Η σύγκρουση στην περιοχή είχε ιδιαίτερα βαρύ απολογισμό το 2024, με περισσότερους από 1.600 νεκρούς, εκ των οποίων περίπου οι μισοί ήταν στρατιωτικοί και αστυνομικοί.
