Ιράν: Η αντίστροφη μέτρηση για την αλλαγή και οι κίνδυνοι εξωτερικών παρεμβάσεων
Κλιμακωμένες διαδηλώσεις, οικονομική κρίση και η πολυπλοκότητα ενός καθεστώτος που αμφισβητείται από τα έσω.
Την ώρα που οι διαδηλώσεις στο Ιράν κλιμακώνονται και ο Ντόναλντ Τραμπ εξετάζει το ενδεχόμενο αμερικανικής παρέμβασης με απώτερο στόχο την ανατροπή του θεοκρατικού καθεστώτος, η εσωτερική πολυπλοκότητα της χώρας καθιστά πρόωρες οποιεσδήποτε προβλέψεις για το μέλλον. Παρόλο που η άμεση ανατροπή του καθεστώτος δεν είναι βέβαιη, η αντίστροφη μέτρηση για μια μεγάλη αλλαγή στο Ιράν έχει ήδη ξεκινήσει, μια αλλαγή που μπορεί να επιταχυνθεί από εξωτερικές παρεμβάσεις, αλλά να επιτευχθεί μόνο εκ των έσω.
Οι κινητοποιήσεις, που ξεκίνησαν αρχικά ως διαμαρτυρία των μικρομεσαίων και των εμπόρων του Μεγάλου Παζαριού, έχουν εξελιχθεί σε μία από τις πιο μαζικές αμφισβητήσεις του καθεστώτος που κυβερνά από το 1979. Το Ιράν βιώνει βαθιά οικονομική κρίση, η οποία οφείλεται σε πολυετείς κυρώσεις, έλλειψη επενδύσεων, απορρόφηση δισεκατομμυρίων δολαρίων για αμυντικές δυνατότητες, αλλά και διάθεση τεράστιων πόρων για την ενίσχυση του δικτύου πληρεξουσίων στην περιοχή του «Άξονα της Αντίστασης». Ως αποτέλεσμα, οι πολίτες, ακόμα και η μεσαία τάξη, φτωχοποιούνται, με την ισοτιμία του δολαρίου να έχει καταρρεύσει δραματικά από 1 προς 70 το 1979 σε 1 προς 1.400.000 ριάλ στις αρχές του 2026.
Οι διαδηλώσεις γρήγορα έγιναν πολυσυλλεκτικές. Στους εμπόρους και τη μεσαία τάξη προστέθηκαν γυναίκες, νέοι και μειονοτικές ομάδες, εκφράζοντας βαθιά δυσαρέσκεια για το θεοκρατικό καθεστώς. Συνθήματα όπως «Θάνατος στον Χαμενεΐ» και «Ούτε Γάζα ούτε Λίβανος, η ζωή μου για το Ιράν» αντανακλούν την αμφισβήτηση του καθεστωτικού δόγματος της επέκτασης. Το καθεστώς, αφού επέδειξε αρχικά αυτοσυγκράτηση, πλέον στρέφεται στη βίαιη καταστολή, ελπίζοντας να τιθασεύσει το κύμα των διαμαρτυριών, ενοχοποιώντας τους πρωτοστατούντες ως πράκτορες ΗΠΑ και Μοσάντ.
Το καθεστώς είναι αποδυναμωμένο από τις κυρώσεις, αλλά κυρίως από τις επιθέσεις που δέχθηκε την περασμένη άνοιξη από αμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις, οι οποίες ανέδειξαν την ευαλωτότητά του. Παρά τις σχέσεις με τη Ρωσία, την Κίνα και άλλες χώρες του παγκόσμιου Νότου, παραμένει διεθνής παρίας, λόγω της φιλοδοξίας του για πυρηνικά όπλα και της επεκτατικής πολιτικής που απειλεί την περιφερειακή ασφάλεια και την ενεργειακή τροφοδοσία της παγκόσμιας αγοράς.
Παρότι το θεοκρατικό καθεστώς ελέγχει απολύτως τους αρμούς της εξουσίας μέσω των Φρουρών της Επανάστασης, ενός ευρέος πλέγματος οργανώσεων και υπηρεσιών πληροφοριών, και η οικονομική ζωή της χώρας, η εικόνα στο εσωτερικό δεν είναι εντελώς ξεκάθαρη. Στις προεδρικές εκλογές του 2024, ο υποψήφιος των μουλάδων, Σαΐντ Τζαλιλί, παρότι ηττήθηκε, συγκέντρωσε 45% των ψήφων, γεγονός που αποδεικνύει ότι το καθεστώς διατηρεί σοβαρά ερείσματα στην ιρανική κοινωνία.
Η απουσία δομημένης αντιπολίτευσης ευνοεί το καθεστώς. Οι προσωπικότητες που ζουν στην εξορία και αυτοανακηρύσσονται ηγέτες της αντιπολίτευσης έχουν μικρό κύρος και επιρροή. Ο γιος του Σάχη, Ρεζά Παχλαβί, φιλοδοξεί να καλύψει αυτό το κενό, αλλά η θητεία του Σάχη δεν έχει αφήσει καλές μνήμες, καθιστώντας δύσκολη την ενοποίηση του ιρανικού λαού. Ο λαός των 70 εκατομμυρίων, που δεν είναι ομοιογενής, αποτελείται από Πέρσες, Αζέρους, Κούρδους, Λουρ, Βαλούχους, Άραβες, Τουρκμένους και άλλες εθνοτικές ομάδες.
Οι ιδιαίτερες συνθήκες στο Ιράν περιπλέκουν μια στρατιωτική παρέμβαση των ΗΠΑ, όπως αυτή που είχε δεσμευθεί ο Ν. Τραμπ. Ένα άμεσο πλήγμα θεωρείται δύσκολο, καθώς απαιτεί την παρουσία τουλάχιστον δύο αμερικανικών αεροπλανοφόρων στην περιοχή, εκ των οποίων το ένα βρίσκεται στη Σινική Θάλασσα και χρειάζεται τουλάχιστον μία εβδομάδα για να φτάσει. Επιπλέον, το Ιράν διαθέτει ισχυρό απόθεμα βαλλιστικών πυραύλων και drones που μπορούν να πλήξουν στόχους στην περιοχή.
Η επιλογή στόχων είναι επίσης πρόκληση, καθώς η εξουδετέρωση της ηγεσίας δεν εγγυάται την κατάρρευση του καθεστώτος. Πλήγματα σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις θα είχαν ως συνέπεια τη δυσχερή θέση των πολιτών, ωθώντας τους ενδεχομένως να στηρίξουν την κυβέρνησή τους. Οι ΗΠΑ έχουν αρνητική εμπειρία από παρεμβάσεις στο Ιράν, όπως η Επιχείρηση Ajax το 1953 και η αποτυχημένη επιχείρηση Eagle Claw το 1980.
Υπάρχει ο κίνδυνος πολλοί Ιρανοί διαδηλωτές να μην υποστηρίξουν μια αμερικανική παρέμβαση, ιδίως με τη στήριξη του Ισραήλ. Τα προηγούμενα κινήματα διαμαρτυρίας, όπως η φοιτητική εξέγερση του 1999, το Πράσινο Κίνημα του 2009, οι οικονομικές ταραχές 2017-2019 και οι διαδηλώσεις «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» του 2022, παρά τη δυναμική τους, δεν κατάφεραν να οργανωθούν και να αποκτήσουν πολιτικό έρεισμα. Το σημερινό κίνημα καλείται να κάνει την υπέρβαση, με προϋποθέσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σοβαρό κλυδωνισμό του καθεστώτος.
Το Ιράν βρίσκεται σε μια επικίνδυνη πορεία, όπου το σενάριο μιας σκληρής εμφύλιας σύγκρουσης δεν μπορεί να αποκλεισθεί, βυθίζοντας την περιοχή στο χάος. Ένα τραυματισμένο καθεστώς γίνεται πιο επικίνδυνο, ενώ η βίαιη καταστολή και η αναμονή της αντίδρασης των ΗΠΑ περιορίζουν την επιλογή μιας ήπιας μετάβασης, ελπίζοντας στη διάσωση μέσω αποφυγής αιματοχυσίας.
