Ο διάλογος ως κλειδί για τη διαμόρφωση εθνικών θέσεων στον πρωτογενή τομέα
Ο Υπουργός Κώστας Τσιάρας τονίζει την ανάγκη για ανοιχτό και εποικοδομητικό διάλογο με τους αγρότες ενόψει των μεγάλων προκλήσεων.
Ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Κώστας Τσιάρας, υπογράμμισε την ουσιαστική σημασία του διαλόγου, όχι μόνο ως μέσο επίλυσης άμεσων ζητημάτων, αλλά και ως αναγκαίο εργαλείο για τη διαμόρφωση εθνικών θέσεων απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις του πρωτογενούς τομέα. Μιλώντας στο OPEN, επισήμανε ότι από την πρώτη στιγμή υπήρξε σαφές πλαίσιο διαλόγου με τα αγροτικά μπλόκα, με όρους αντιπροσωπευτικότητας και ανοιχτών δρόμων. Τόνισε ότι η μη διεξαγωγή της συζήτησης στέρησε τη δυνατότητα συνδιαμόρφωσης πολιτικών για κρίσιμα θέματα που έρχονται, όπως η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική και το συνολικό πλαίσιο στήριξης του αγροτικού κόσμου.
Ο Υπουργός ανέφερε ότι από την έναρξη των κινητοποιήσεων, ο ίδιος ο Πρωθυπουργός είχε απευθύνει πρόσκληση διαλόγου, ενώ υπήρξαν διάφορα σημεία στα οποία επιχειρήθηκε να οργανωθεί συνάντηση. Η προγραμματισμένη συνάντηση, όπως εξήγησε, δεν έγινε για συγκεκριμένους λόγους που δεν αφορούσαν την πρόθεση της κυβέρνησης και σε καμία περίπτωση δεν συνιστούσαν πραγματικό λόγο για να μην καθίσει κανείς στο τραπέζι του διαλόγου.
Ο Κώστας Τσιάρας επισήμανε ότι ο πραγματικός διάλογος δεν γίνεται με βάση έναν υπερβολικό αριθμό, αλλά με βάση τα αιτήματα που τίθενται, τονίζοντας ότι εκεί βρισκόταν η ουσία της συζήτησης. Ο Πρωθυπουργός είχε ξεκαθαρίσει εξαρχής την ανάγκη για αντιπροσωπευτικότητα από όλα τα μπλόκα και όλες τις ομάδες, καθώς και τη διεξαγωγή της συζήτησης με τους δρόμους ανοιχτούς, κάτι που προϋποθέτει καλή πίστη και καλή διάθεση και από τις δύο πλευρές.
Σύμφωνα με τον Υπουργό, το ζήτημα της αντιπροσωπευτικότητας ερμηνεύτηκε διαφορετικά από τις πλευρές, καθώς ενώ υπήρχε μια ομάδα εκπροσώπων αγροτών από συγκεκριμένα μπλόκα που είχαν δηλώσει πρόθεση για διάλογο, όλοι οι υπόλοιποι είπαν ότι δεν μπορούν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι. Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, ο Πρωθυπουργός δέχθηκε να υπάρξουν δύο διαφορετικές συναντήσεις, μία με τους λεγόμενους «σκληρούς» και μία με τους εκπροσώπους που ζητούσαν συνάντηση, προκειμένου να μην τιναχθεί στον αέρα κάθε προσπάθεια συνεννόησης.
Ο Κώστας Τσιάρας αναφέρθηκε εκτενώς και στα μέτρα που έχουν ήδη ανακοινωθεί, τονίζοντας ότι αποτελούν τις τελικές κυβερνητικές αποφάσεις. Ανέφερε ότι όποιος μπαίνει στο χαμηλό τιμολόγιο στα 8,5 λεπτά ανά κιλοβατώρα, εφόσον είναι συνεπής στη ρύθμιση, ωφελείται άμεσα. Υπενθύμισε επίσης την παρέμβαση στο αγροτικό πετρέλαιο, με αφαίρεση του ΦΠΑ από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης, που οδηγεί σε έκπτωση από τα 41 στα 51 λεπτά. Ξεκαθάρισε ότι οι ανακοινώσεις που έγιναν είναι οι τελικές από την πλευρά της κυβέρνησης, ενώ έκανε ειδική μνεία στη λύση που δόθηκε στο ζήτημα ΑΤΑΚ-ΚΑΕΚ, χαρακτηρίζοντάς το «τεράστιο βήμα αντιμετώπισης ενός προβλήματος που ταλαιπώρησε πολύ κόσμο», ειδικά στη Βόρεια Ελλάδα.
Σε πιο προσωπικό τόνο, ο Υπουργός σημείωσε ότι «χάθηκε μια πραγματικά μεγάλη ευκαιρία», καθώς η κυβέρνηση είχε τη διάθεση να συζητήσει όχι μόνο τα μέτρα, αλλά και την εξειδίκευσή τους μαζί με τους αγρότες, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει και σε διαφορετική κατεύθυνση.
Ο Κώστας Τσιάρας άνοιξε, τέλος, τη συζήτηση για τις ευρύτερες προκλήσεις που έρχονται, αναφέροντας ότι μπροστά μας έχουμε μια περίοδο τεράστιων προκλήσεων τόσο για τον ελληνικό όσο και για τον ευρωπαϊκό πρωτογενή τομέα, με ζητήματα κόστους παραγωγής, αποζημιώσεων, ενισχύσεων προϊόντων και χρόνιων παθογενειών. Στο πλαίσιο αυτό, επανέλαβε την προαναγγελία περιφερειακών συνδιασκέψεων ενόψει της νέας προγραμματικής περιόδου και της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, τονίζοντας ότι τα θέματα αυτά πρέπει να σχεδιαστούν μαζί με τον αγροτικό κόσμο.
Αναφερόμενος στη συμφωνία Mercosur, ο Υπουργός υποστήριξε ότι η δημόσια συζήτηση συχνά παρουσιάζει την Ελλάδα ως συνολικά χαμένη, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα πραγματικά δεδομένα της παραγωγής. Όπως εξήγησε, για να υπάρξει σωστή εκτίμηση, πρέπει να γνωρίζει κανείς αν υπάρχουν ανταγωνιστικά προϊόντα και συνθήκες παραγωγής. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι τα δύο βασικά προϊόντα που ενδεχομένως μπαίνουν σε λογική ανταγωνισμού είναι τα εσπεριδοειδή και οι ζωοτροφές, ενώ διευκρίνισε ότι η Ελλάδα δεν εξάγει βοδινό κρέας και η εγχώρια παραγωγή καλύπτει ένα μικρό μέρος της κατανάλωσης. Υπενθύμισε, τέλος, ότι στο παρελθόν είχαν εκδοθεί επίσημα δελτία Τύπου από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που χαιρετούσαν τη συγκεκριμένη συμφωνία, τονίζοντας ότι η αποτίμηση της Mercosur οφείλει να γίνεται με όρους πραγματικών δεδομένων και όχι γενικεύσεων.
