Η φανέρωση της Αγίας Τριάδας: Το νόημα και η σημασία της Βάπτισης του Ιησού
Πώς η Εκκλησία τιμά την εμφάνιση του Θεού στη Γη, μέσα από την ευαγγελική αφήγηση και τις θρησκευτικές παραδόσεις.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά σήμερα τη φανέρωση της τρισυπόστατης παρουσίας του Θεού – Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα – την μοναδική εκείνη στιγμή που η Αγία και αδιαίρετη Τριάδα εμφανίστηκε στη Γη. Το γεγονός αυτό, η φανέρωση του Θεϊκού Λόγου, συνέβη κατά τη Βάπτιση του Ιησού από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, όπως περιγράφεται στα Ευαγγέλια κατά Ματθαίον, Μάρκον και Λουκάν.
Σύμφωνα με το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, κατ’ εντολήν Θεού, κήρυττε στον Ιορδάνη ποταμό και βάπτιζε τους πιστούς. Όταν ο Ιησούς από τη Γαλιλαία ζήτησε να βαπτιστεί, ο Ιωάννης αρχικά αρνήθηκε, θεωρώντας ότι αυτός είχε ανάγκη βάπτισης από τον Χριστό. Ωστόσο, ο Ιησούς τον έπεισε. Κατά τη διάρκεια της τελετής, το Άγιο Πνεύμα εμφανίστηκε με τη μορφή περιστεριού, καθήμενο στην κεφαλή του Χριστού, ενώ από τον ουρανό ακούστηκε η φωνή του Θεού Πατρός: «Ούτός εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα». Έτσι, η Βάπτιση αποτέλεσε τη φανέρωση ολόκληρης της Τριάδας στον κόσμο.
Οι Ευαγγελιστές Ματθαίος και Μάρκος τοποθετούν χρονικά την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος αμέσως μετά την έξοδο του Ιησού από τα νερά του Ιορδάνη, σε άμεση σχέση με τη βάπτιση. Ο Λουκάς, αν και διαφοροποιείται ελαφρώς, τοποθετώντας το γεγονός «λίγο αργότερα» και μετά την ολοκλήρωση της βάπτισης, δεν φαίνεται να το θεωρεί διακριτό γεγονός. Σύμφωνα με τον Λουκά, ο Ιησούς άρχισε να προσεύχεται αμέσως μετά τη βάπτιση, και τότε ακριβώς συνέβη η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος. Επομένως, κατά τον Λουκά, το μεγάλο αποκαλυπτικό γεγονός και η πρώτη θεοφάνεια της Καινής Διαθήκης λαμβάνει χώρα αμέσως μετά τη βάπτιση, κατά τη διάρκεια της προσευχής, επιβεβαιώνοντας την ταυτότητα του Χριστού ως «υιού αγαπητού» και «υιού του Θεού».
Η γιορτή αυτή είναι γνωστή με τρεις ονομασίες: Θεοφάνεια, Επιφάνεια ή Φώτα. Η ονομασία «Θεοφάνεια» είναι η αρχαιότερη, με αφετηρία την φράση του Αποστόλου Παύλου «Θεός εφανερώθη εν σαρκί». Η «Επιφάνεια» είναι μεταγενέστερη, αλλά έχει τις ρίζες της στην Αγία Γραφή. Η τρίτη ονομασία, «Τα Φώτα» ή «Τα Άγια Φώτα», προέκυψε από τη σύνδεση του Βαπτίσματος του Κυρίου με το «φώτισμα», δηλαδή το βάπτισμα των κατηχούμενων. Ο Ρωμανός ο Μελωδός υμνεί: «Επεφάνης σήμερον τη οικουμένη, και το φως σου, Κύριε, εσημειώθη εφ’ ημάς, εν επιγνώσει υμνούντας σε· Ήλθες, εφάνης, το φως το απρόσιτον».
Η καθιέρωση της εορτής των Θεοφανίων χρονολογείται άγνωστη, αλλά αποτελούν μία από τις αρχαιότερες εορτές της Εκκλησίας. Οι κύριες τελετές περιλαμβάνουν τον Μέγα Αγιασμό και την Κατάδυση του Τιμίου Σταυρού. Ο ιερέας ρίχνει τον Σταυρό στα νερά (θάλασσα, ποτάμι ή δεξαμενές, όπως στην Αθήνα), σε μίμηση της Βάπτισης του Ιησού. Οι νέοι βουτούν για να τον πιάσουν, με την πεποίθηση ότι αυτό αποτελεί ευλογία για τον ίδιο και την οικογένειά του. Από τις αρχές του 1900, η επίσημη κατάδυση του Σταυρού στην Αττική τελείται στον Πειραιά, ενώ παρόμοιες τελετές λαμβάνουν χώρα σε όλη τη χώρα.
Στη Δύση, τα Θεοφάνεια άρχισαν να εορτάζονται στα μέσα του 4ου αιώνα. Η καθιέρωση της 25ης Δεκεμβρίου ως ημερομηνίας γέννησης του Ιησού οδήγησε στον διαχωρισμό της εορτής των Φώτων στις 6 Ιανουαρίου, σε ολόκληρο τον χριστιανικό κόσμο, στα μέσα του 6ου αιώνα. Η σημερινή εορτή κλείνει τον κύκλο του Δωδεκαημέρου, που ξεκινά με τα Χριστούγεννα.
Ο Γεώργιος Δροσίνης αποτυπώνει με απλότητα τη γιορτινή μέρα: «Και με των νερών τ’ αγιάσματα, τα Φώτα». Η υμνωδία «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε…» αντηχεί στα χείλη των πιστών, που αγιάζονται και γνωρίζουν τον Τριαδικό Θεό σε μια πανήγυρη όπου συμμετέχει όλη η κτίση.
