Το υπουργείο Ανάπτυξης βάζει φρένο στις ανατιμήσεις των ασφαλιστικών συμβολαίων υγείας
Έρχεται ο νέος Ετήσιος Δείκτης Αναπροσαρμογής από την ΕΛΣΤΑΤ για τον περιορισμό των υπέρογκων αυξήσεων στα ασφάλιστρα.
Στην τελική ευθεία βρίσκεται η καθιέρωση του νέου ενιαίου Ετήσιου Δείκτη Αναπροσαρμογής ασφαλίστρων υγείας (ΕΔΑ), με το υπουργείο Ανάπτυξης να πιέζει για την άμεση εφαρμογή του. Ο δείκτης, ο οποίος θα εκδίδεται από την ΕΛΣΤΑΤ, στοχεύει να λειτουργήσει ως εργαλείο ηθικής στόχευσης, βάζοντας ένα αναγκαίο φρένο στις συνεχείς αυξήσεις που επιβαρύνουν τα ασφαλιστήρια συμβόλαια.
Ο ΕΔΑ αποτελεί μια αριθμητική τιμή που θα χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της ετήσιας αναπροσαρμογής των ασφαλίστρων στις ισόβιες συμβάσεις υγείας. Για τον υπολογισμό του, συνδυάζεται ο πληθωρισμός, μέσω του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, και η μεταβολή στο κόστος των ιατρικών υπηρεσιών, όπως τα νοσήλια και οι διαγνωστικές εξετάσεις. Οι ασφαλιστικές εταιρείες έχουν ήδη παραδώσει τα απαραίτητα στοιχεία από τα χαρτοφυλάκιά τους στην ΕΛΣΤΑΤ, με τη διαδικασία να διεξάγεται σε αυστηρά ανώνυμη βάση.
Η ανάγκη για αυτόν τον δείκτη κρίνεται επιτακτική, καθώς την τελευταία πενταετία οι ασφαλισμένοι έχουν δει τα ασφάλιστρά τους να αυξάνονται σε ορισμένες περιπτώσεις πάνω από 40%. Οι τρέχουσες επιβαρύνσεις ανέρχονται μεσοσταθμικά στο 7% για τα ισόβια συμβόλαια, στο 10% για τα ετησίως ανανεούμενα, ενώ στις μεγαλύτερες ηλικίες οι αυξήσεις αγγίζουν το 12%-14%. Το πρόβλημα αποκτά κοινωνικές διαστάσεις, καθώς πολλοί συνταξιούχοι με περιορισμένα εισοδήματα αδυνατούν πλέον να διατηρήσουν την ασφάλισή τους, παρά το γεγονός ότι την έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.
Την ίδια στιγμή, οι ασφαλιστικές εταιρείες, σε μια προσπάθεια να περιορίσουν το αυξανόμενο κόστος των αποζημιώσεων -το οποίο άγγιξε τα 750 εκατ. ευρώ το 2024- αναζητούν εναλλακτικές λύσεις. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η είσοδος στην πρωτοβάθμια περίθαλψη, ο έλεγχος των διαγνωστικών εξετάσεων και η δημιουργία συμβάσεων κλειστής τιμολόγησης με συγκεκριμένα νοσηλευτήρια. Η αποτελεσματικότητα του νέου δείκτη θα κριθεί στην πράξη, καθώς η αγορά αναμένει να δει αν το προτεινόμενο «ταβάνι» θα επιφέρει την απαιτούμενη ισορροπία ανάμεσα στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων και την οικονομική αντοχή των πολιτών.