Το στεγαστικό πρόβλημα «δαγκώνει» χιλιάδες νοικοκυριά: Το κόστος στέγασης «τρώει» το εισόδημα
Εκατομμύρια Έλληνες αφιερώνουν πάνω από το 40% των αποδοχών τους για ενοίκιο, με την Τράπεζα της Ελλάδας να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου
Η καθημερινότητα για χιλιάδες ελληνικά νοικοκυριά έχει φτάσει στο όριο, καθώς το κόστος στέγασης απορροφά ένα δυσανάλογα μεγάλο μέρος του εισοδήματος, αφήνοντας λίγα περιθώρια για τον μήνα. Σύμφωνα με τα στοιχεία, περισσότεροι από 1 στους 3 ενοικιαστές ξοδεύουν πάνω από το 40% των αποδοχών τους αποκλειστικά για την κάλυψη του ενοικίου, ενώ ακόμη και μεταξύ των δανειοληπτών, 1 στους 5 αντιμετωπίζει παρόμοια επιβάρυνση. Συνολικά, σχεδόν 3 στους 10 πολίτες (28,9%) βρίσκονται σε συνθήκη υπερ-επιβάρυνσης, επίδοση που απέχει παρασάγγας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος δεν υπερβαίνει το 8,2%.
Η ετήσια έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας επαναφέρει με οξύτητα το μείζον πρόβλημα της στέγασης, σε μια συγκυρία κατά την οποία η κυβέρνηση επιχειρεί να διευρύνει τις λύσεις. Στο τραπέζι των προτάσεων βρίσκονται προγράμματα όπως το νέο «Ανακαινίζω-Νοικιάζω», η κοινωνική αντιπαροχή και η κατασκευή 2.300 κατοικιών σε ανενεργά στρατόπεδα, με πρωταρχικό στόχο την αύξηση της προσφοράς και την αποκλιμάκωση των τιμών.
Ωστόσο, η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδας επισημαίνει ότι, παρότι τα μέτρα κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, η επίδρασή τους δεν αναμένεται να είναι άμεση. Η αγορά απαιτεί λύσεις «εδώ και τώρα», όπως η επιτάχυνση των μεταβιβάσεων, η απλοποίηση της γραφειοκρατίας στην ανάπτυξη ακινήτων, η θέσπιση σαφών κανόνων προστασίας τόσο για ενοικιαστές όσο και για ιδιοκτήτες, καθώς και ισχυρά κίνητρα για την επανένταξη χιλιάδων κενών ακινήτων στην αγορά.
Επιπλέον, η έκθεση δεν παραλείπει να αναδείξει τις «παρενέργειες» ορισμένων πολιτικών. Η αύξηση των τιμών κατοικιών αποδίδεται, μεταξύ άλλων, στην περιορισμένη προσφορά, στο αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον, αλλά και σε επιδοτούμενα προγράμματα όπως το «Σπίτι μου ΙΙ», τα οποία ενίσχυσαν περαιτέρω τη ζήτηση.
Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν τη συνεχιζόμενη άνοδο, με τα παλαιά διαμερίσματα να παρουσιάζουν ταχύτερη αύξηση (8,1%) σε σχέση με τα νέα (7,4%). Οι αυξήσεις είναι πιο έντονες στην περιφέρεια (8,8%) σε σύγκριση με την Αττική (6,2%). Παρόλα αυτά, η αγορά δείχνει σημάδια κόπωσης, με το επενδυτικό ενδιαφέρον από το εξωτερικό να είναι πιο συγκρατημένο, τις εισροές μέσω Golden Visa να επιβραδύνονται και την οικοδομική δραστηριότητα να υποχωρεί.
Την ίδια ώρα, η κατάσταση της οικονομίας εξηγεί την αυξανόμενη πίεση στα νοικοκυριά. Παρόλο που η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 2,1% το 2025, πάνω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ο πληθωρισμός παρέμεινε στο 2,9%, με επίμονες αυξήσεις στις υπηρεσίες και στα τρόφιμα, γεγονός που διαβρώνει το διαθέσιμο εισόδημα. Με απλά λόγια, τα εισοδήματα αυξάνονται, αλλά όχι με τον ρυθμό που αυξάνονται τα ενοίκια.
Στο μεταξύ, η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι η άνοδος των τιμών της ενέργειας και η γεωπολιτική αστάθεια, κυρίως λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή, επιβαρύνουν περαιτέρω το κόστος ζωής και κατασκευής, το οποίο τελικά μετακυλίεται στην αγορά κατοικίας. Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο: ακριβότερη ενέργεια → υψηλότερο κόστος κατασκευής → λιγότερη προσφορά → υψηλότερα ενοίκια.
Παρά τη σχεδόν 50% αύξηση στα στεγαστικά δάνεια, η χρηματοδότηση παραμένει σε χαμηλά απόλυτα επίπεδα, δεδομένου ότι η αγορά εκκινεί από «ιστορικά χαμηλή βάση». Αυτό σημαίνει ότι η ιδιοκατοίκηση δεν αποτελεί ακόμα βιώσιμη λύση για την πλειονότητα των ενοικιαστών.
Υπό το φως αυτών των εξελίξεων, η Τράπεζα της Ελλάδας στέλνει ένα σαφές μήνυμα: χωρίς άμεσες παρεμβάσεις στην προσφορά και στη λειτουργία της αγοράς, η στεγαστική κρίση θα συνεχίσει να υφίσταται. Και όσο οι τιμές συνεχίζουν να αυξάνονται, ακόμη και με πιο ήπιους ρυθμούς, η στέγη κινδυνεύει να εξελιχθεί στο μεγαλύτερο οικονομικό βάρος για τα ελληνικά νοικοκυριά.