Η Ελλάδα πλησιάζει την κατηγορία Α: Οι προοπτικές αναβάθμισης του αξιόχρεου
Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι η χώρα μπορεί να φτάσει την επόμενη επενδυτική βαθμίδα μέχρι το 2029, εφόσον συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις.
Η διαφορά στις αποδόσεις των 10ετών ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου με τα αντίστοιχα γερμανικά έχει μειωθεί σημαντικά, υποχωρώντας πάνω από μία ποσοστιαία μονάδα (115 μονάδες βάσης) από τα τέλη του α’ τριμήνου του 2023, περίοδο που προηγήθηκε των διεθνών οίκων αξιολόγησης που απένειμαν στην Ελλάδα την επενδυτική βαθμίδα. Αυτή η μείωση του κόστους δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου προσφέρει άμεσα οφέλη στους φορολογούμενους, αλλά και στις τράπεζες που έχουν ανακτήσει την επενδυτική τους βαθμίδα, καθώς και στις μεγάλες επιχειρήσεις. Η διαθεσιμότητα κεφαλαίων με χαμηλότερο κόστος έχει ως αποτέλεσμα την ενίσχυση των επενδύσεων και της οικονομικής δραστηριότητας, συμβάλλοντας στη διατήρηση ενός σταθερού ρυθμού ανάπτυξης άνω του 2% τα τελευταία χρόνια.
Στην ετήσια έκθεσή της για το 2025, η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι είναι εφικτή η περαιτέρω αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας, από τη σημερινή βαθμίδα BBB στην κατηγορία Α, έως το τέλος του 2029. Αυτή η πρόβλεψη βασίζεται στις εκτιμήσεις των οίκων αξιολόγησης, οι οποίοι αναμένουν συνεχή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και σταθερή ανάπτυξη της οικονομίας. Πέρα από τα ποσοτικά μεγέθη, οι οίκοι αξιολόγησης δίνουν αυξημένη βαρύτητα και σε ποιοτικές αξιολογήσεις που αφορούν δείκτες διακυβέρνησης.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η επιτάχυνση της πορείας προς τον στόχο της αναβάθμισης απαιτεί περαιτέρω βελτιώσεις, ειδικά στις θεσμικές παραμέτρους που επηρεάζουν τις αξιολογήσεις. Η διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας και η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων σε τομείς όπως η Δικαιοσύνη και η δημόσια διοίκηση, θεωρούνται κρίσιμοι παράγοντες με ουσιαστικά αποτελέσματα για την ελληνική οικονομία.
Η ΤτΕ, στην ανάλυσή της, αξιολογεί τις βαθμολογίες που δίνουν οι τρεις μεγαλύτεροι οίκοι αξιολόγησης – Fitch, Moody’s και S&P – βασιζόμενη στα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη της χώρας, τα οποία προσδιορίζουν το ποσοτικό σκέλος των πιστοληπτικών αξιολογήσεων. Η ανάλυση ενσωματώνει τις προβλέψεις των τριών οίκων για την τριετία 2025-2027, καθώς και τις προβλέψεις του Υπουργείου Οικονομικών έως το 2029.
Οι προβλέψεις των οίκων κάνουν λόγο για θετικούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ για τα έτη 2026 και 2027, κυμαινόμενους μεταξύ 2%-2,3% για το 2026 και 1,9%-2,1% για το 2027. Ωστόσο, με βάση τις παραδοχές του Πολυετούς Δημοσιονομικού Προγραμματισμού (ΠΔΠ) 2026-2029 του Υπουργείου Οικονομικών, αναμένεται σταδιακή επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, με τους ρυθμούς ανάπτυξης να μειώνονται από 2,4% το 2026 σε 1,7% το 2027, 1,6% το 2028 και 1,3% το 2029.
Όσον αφορά τα δημοσιονομικά μεγέθη, οι προβλέψεις των οίκων είναι παρόμοιες και συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι θα συνεχιστούν τα πρωτογενή πλεονάσματα και η μείωση του χρέους κατά τη διετία 2026-2027. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΠΔΠ, ο προϋπολογισμός της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να παραμείνει περίπου ισοσκελισμένος. Σε συνδυασμό με τη μείωση των δαπανών για τόκους, το Υπουργείο Οικονομικών προβλέπει μείωση του δείκτη δημόσιου χρέους στο 119% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2029, από περίπου 146% στο τέλος του 2025.
Η βελτίωση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να συμβάλει θετικά στη συνολική βαθμολογία της ελληνικής οικονομίας κατά περισσότερο από μισή βαθμίδα. Σε συνδυασμό με την οικονομική ανάπτυξη και τη μείωση της μεταβλητότητας του ΑΕΠ, αυτές οι εξελίξεις αναμένεται να οδηγήσουν σε βελτίωση του κρατικού αξιόχρεου κατά μία βαθμίδα, από BBB σε BBB+.
Επιπλέον, εάν υπάρξει σημαντική βελτίωση στις θεσμικές ή διαρθρωτικές παραμέτρους μέσω μεταρρυθμίσεων, το ελληνικό Δημόσιο θα μπορέσει να αποκτήσει περαιτέρω βαθμίδα και να εισέλθει στην κατηγορία Α. Οι μεταρρυθμίσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε υψηλότερη βαθμολογία σχετίζονται με τους δείκτες διακυβέρνησης που χρησιμοποιεί η Παγκόσμια Τράπεζα και λαμβάνονται υπόψη από τους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης. Αυτοί περιλαμβάνουν το κράτος δικαίου, την πολιτική σταθερότητα και την απουσία βίας, τον έλεγχο της διαφθοράς, την ποιότητα του ρυθμιστικού περιβάλλοντος, την αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα και την εκπροσώπηση και λογοδοσία.