Η αύξηση του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα: Πολλαπλές οι επιπτώσεις
Ο Πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, αναλύει τις θετικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της αύξησης για εργαζόμενους, επιχειρήσεις και την οικονομία.
Η πρόσφατη ανακοίνωση του Πρωθυπουργού για αύξηση του κατώτατου μισθού, που έλαβε χώρα στο Υπουργικό Συμβούλιο της 26ης Μαρτίου 2026, προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις και αναλύσεις. Ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς (ΕΒΕΠ), Βασίλης Κορκίδης, σε σχετικές του δηλώσεις, τόνισε ότι η αύξηση αυτή δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως “απλώς λίγα ευρώ παραπάνω”, υπογραμμίζοντας τις ευρείες και ουσιαστικές επιπτώσεις της.
Σύμφωνα με τον κ. Κορκίδη, η αύξηση του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα έχει πολλαπλές θετικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις, επηρεάζοντας άμεσα τους εργαζόμενους, τις επιχειρήσεις, αλλά και την πορεία της συνολικής οικονομίας. Πιο συγκεκριμένα, η αύξηση του κατώτατου μισθού μεταφράζεται σε άμεση αύξηση του καθαρού εισοδήματος για πάνω από 575.000 εργαζόμενους, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 23% του συνόλου των απασχολούμενων στον ιδιωτικό τομέα που λαμβάνουν τον κατώτατο μισθό.
Η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης, ιδίως για τα χαμηλότερα εισοδήματα, είναι ένα από τα βασικά οφέλη, ιδίως όταν συνδυάζεται με μειωμένη φορολογία. Ο κατώτατος μισθός λειτουργεί ως θεμέλιο για ολόκληρο το μισθολογικό σύστημα, συμπαρασύροντας και άλλους μισθούς λόγω των τριετιών, των επιδομάτων και των υπερωριών.
Επιπλέον, η αύξηση αυτή επηρεάζει θετικά και 22 επιδόματα, συμπεριλαμβανομένων των βασικών, όπως αυτά της άδειας, του γάμου, της μητρότητας, των κοινωνικών παροχών, της ανεργίας και των προγραμμάτων της ΔΥΠΑ, τα οποία υπολογίζονται με βάση τον κατώτατο μισθό.
Παράλληλα, παρατηρείται και έμμεσος αντίκτυπος στο Δημόσιο, όπου ο κατώτατος μισθός αποτελεί τη βάση για τον εισαγωγικό μισθό. Εκτιμάται ότι περίπου 600.000 δημόσιοι υπάλληλοι αναμένεται να δουν αύξηση στο μηνιαίο τους εισόδημα, με τις διαφοροποιήσεις να εξαρτώνται από τα μισθολογικά κλιμάκια.
Ο κ. Κορκίδης υπογραμμίζει την ανάγκη για διατήρηση της ισορροπίας, ώστε να μην πληγεί η ανταγωνιστικότητα. Οι προτάσεις των κοινωνικών εταίρων θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το κόστος εργασίας για τις επιχειρήσεις, ιδίως τις μικρότερες, και τους κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας, αποφεύγοντας την αύξηση του “μοναδιαίου κόστους εργασίας” και τις πληθωριστικές πιέσεις.
Ο στρατηγικός στόχος για την διετία 2026-2027, παρά τις σημερινές δύσκολες συνθήκες για την ελληνική επιχειρηματικότητα, είναι η σταδιακή σύγκλιση με τα ευρωπαϊκά μισθολογικά επίπεδα. Η αύξηση του κατώτατου μισθού προσθέτει ετησίως πάνω από μισό δισεκατομμύριο ευρώ στη μισθοδοσία του ιδιωτικού τομέα.
Σημειώνεται ότι, από την 1η Απριλίου 2026, που θα τεθεί σε ισχύ ο νέος αυξημένος κατώτατος μισθός των 920 ευρώ, η αύξηση του 4,5% θα αποτυπωθεί αρχικά στο Δώρο Πάσχα, το οποίο πρέπει να αναπροσαρμοστεί και να καταβληθεί έως τη Μεγάλη Τετάρτη, 8 Απριλίου.
Συνοψίζοντας, παρά το επιπλέον κόστος για τις επιχειρήσεις, η αύξηση του κατώτατου μισθού σημαίνει περισσότερο διαθέσιμο εισόδημα για τους εργαζόμενους, μείωση των ανισοτήτων, τόνωση της κατανάλωσης, στήριξη της ανάπτυξης και, εν τέλει, της οικονομίας. Πρόκειται για άμεση ενίσχυση των εργαζομένων και έμμεση “αυτοχρηματοδότηση” της αγοράς.