Η αύξηση της αξίας των διατακτικών σίτισης: Ένα «ώριμο φρούτο» για την ελληνική οικονομία
Μελέτη PwC αποκαλύπτει τα οφέλη της αύξησης του αφορολόγητου ορίου από 6 σε 8 ευρώ, ενώ η Ελλάδα παραμένει «κολλημένη» σε τιμές 2004.
Οι διατακτικές σίτισης, γνωστές και ως «κουπόνια» ή πλέον ως ηλεκτρονικές κάρτες, αποτελούν μια από τις πιο διαδεδομένες μορφές έμμεσης αύξησης καθαρών αποδοχών για τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα παγκοσμίως. Παρόλο που η αξία τους στην Ελλάδα παραμένει καθηλωμένη σε επίπεδα δραχμής, μια πρόσφατη μελέτη της PwC για λογαριασμό της Edenred, εταιρείας εξειδικευμένης σε λύσεις πληρωμών, ποσοτικοποιεί τον θετικό αντίκτυπο που θα είχε στα κρατικά ταμεία και την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων μια αύξηση του αφορολόγητου ημερήσιου ορίου από 6 σε 8 ευρώ.
Για πολλούς, οι διατακτικές σίτισης δεν είναι απλά εκπτωτικά κουπόνια, αλλά μια ουσιαστική παροχή σε είδος από τον εργοδότη για την κάλυψη του καθημερινού κόστους διατροφής του εργαζομένου. Αυτό μεταφράζεται σε ένα καθαρό, αφορολόγητο πρόσθετο εισόδημα. Σήμερα, με το όριο στα 6 ευρώ, ένας εργαζόμενος μπορεί να λάβει περίπου 132 ευρώ μηνιαίως αφορολόγητα, που αντιστοιχεί σε περίπου 1.500 ευρώ ετησίως, ισοδύναμο με έναν ή δύο επιπλέον μισθούς. Για τις επιχειρήσεις, το ποσό εκπίπτει από τα ακαθάριστα έσοδα, δεν επιβαρύνεται με εργοδοτικές εισφορές και λειτουργεί ως μέσο επιβράβευσης, προσφέροντας αύξηση χωρίς άμεσες φορολογικές επιβαρύνσεις.
Στην Ελλάδα, η φορολογική έκπτωση για την παροχή σίτισης υφίσταται για περισσότερο από 30 χρόνια, με την πρόβλεψη ότι δεν αποτελεί μισθό. Το πρόβλημα εστιάζεται στην αναχρονιστική τιμή του αφορολόγητου ορίου, το οποίο παραμένει στα 6 ευρώ από το 2004, ισοδύναμο με 2.000 δραχμές τότε. Αντίθετα, στην υπόλοιπη Ευρώπη, η αξία των διατακτικών έχει αυξηθεί σημαντικά για να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό. Ο ευρωπαϊκός μέσος όρος φτάνει τα 9,2 ευρώ, με τη Ρουμανία στα 8,04 ευρώ, τη Γαλλία στα 14,36 ευρώ, ενώ χώρες όπως η Σλοβακία ξεπερνούν τα 8 ευρώ. Η Τσεχία, μάλιστα, προσαρμόζει αυτόματα το ποσό της διατακτικής ανάλογα με τον πληθωρισμό.
Στην Ελλάδα, η μηνιαία παροχή σίτισης αντιστοιχεί μόλις στο 13,6% του κατώτατου μισθού, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος το 2024 ήταν 21%. Αυτό σημαίνει ότι ενώ στην υπόλοιπη Ευρώπη οι διατακτικές ακολουθούν τον πληθωρισμό, στην Ελλάδα παραμένουν σταθερές, μειώνοντας την αγοραστική δύναμη των εργαζομένων.
Η μελέτη της PwC εξετάζει το σενάριο αύξησης του αφορολόγητου ορίου στα 8 ευρώ. Το καθαρό δημοσιονομικό κόστος για το κράτος υπολογίζεται στα 26 εκατομμύρια ευρώ από τον δεύτερο χρόνο εφαρμογής, με συνολικές απώλειες περίπου 47,6 εκατομμυρίων ευρώ. Αυτές προκύπτουν από τη μείωση των κερδών των επιχειρήσεων, τους φόρους εισοδήματος εργαζομένων και τις ασφαλιστικές εισφορές που δεν θα καταβληθούν. Ωστόσο, η αύξηση της παροχής οδηγεί σε άμεση αύξηση της κατανάλωσης, με εκτιμώμενα πρόσθετα έσοδα 21,6 εκατομμυρίων ευρώ από τον ΦΠΑ και τη φορολογία επιχειρήσεων εστίασης και σούπερ μάρκετ.
Η πλήρης ψηφιοποίηση της παροχής, μέσω ηλεκτρονικών καρτών, μπορεί να αυξήσει τα έσοδα του κράτους κατά 5,4 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, περιορίζοντας την παραοικονομία και το καθαρό κόστος για το Δημόσιο στα 20 εκατομμύρια ευρώ. Επί του παρόντος, κυκλοφορούν «χάρτινα» κουπόνια αξίας 135 εκατομμυρίων ευρώ, τα οποία παρουσιάζουν αδυναμίες στην παρακολούθηση και τη χρήση τους. Η ψηφιοποίηση, αν και διασφαλίζει ότι τα χρήματα δαπανώνται αποκλειστικά σε τρόφιμα και εστίαση, μπορεί να δυσχεράνει χρήστες που καλύπτουν και άλλες ανάγκες.
Το μεγάλο ερώτημα παραμένει γιατί η κυβέρνηση διστάζει να αυξήσει το όριο. Ενώ η αύξηση της αξίας των διατακτικών φαντάζει ως μια λογική κίνηση για την τόνωση της κατανάλωσης και του ΑΕΠ, η Ελλάδα παραμένει «κολλημένη» σε τιμές 2004. Το κόστος των 20-26 εκατομμυρίων ευρώ, σε σύγκριση με τα πολλαπλά οφέλη στην αγοραστική δύναμη, εγείρει ερωτήματα. Η πιθανή εξήγηση δεν βρίσκεται μόνο στους φόρους που χάνει το κράτος, αλλά στον φόβο επέκτασης της αύξησης και σε άλλους φορείς του δημοσίου, κάτι που θα επιβάρυνε περαιτέρω τον Προϋπολογισμό.