Φορολογικές δηλώσεις: Οι παγίδες που κρύβονται στην απαλλαγή φόρου ενοικίων για ιδιοκτήτες ακινήτων
Προσοχή στους όρους και τους κωδικούς του εντύπου Ε2: πώς να αποφύγετε την απώλεια της φορολογικής ελάφρυνσης
Οι φετινές φορολογικές δηλώσεις εγκυμονούν κινδύνους για τους ιδιοκτήτες ακινήτων που επιθυμούν να διεκδικήσουν απαλλαγή φόρου για τα ενοίκια. Ειδικές οδηγίες από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) αποκαλύπτουν αυστηρούς όρους, «κρυφά» σημεία και αδήριτες προϋποθέσεις που απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή, ιδίως για όσους είχαν κλειστά ακίνητα ή προχώρησαν σε αλλαγή χρήσης από βραχυχρόνια σε μακροχρόνια μίσθωση. Η τελική έκβαση της διεκδίκησης του αφορολόγητου δεν είναι προκαθορισμένη, αλλά εξαρτάται απόλυτα από τη σωστή συμπλήρωση των φορολογικών εντύπων και, κυρίως, από την ακριβή απεικόνιση του ιστορικού του ακινήτου στα προηγούμενα έτη.
Οι οδηγίες της ΑΑΔΕ τονίζουν την ανάγκη για απόλυτη ακρίβεια, καθώς οι κανόνες και οι κωδικοί που χρησιμοποιούνται μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια της απαλλαγής. Ειδικά οι ιδιοκτήτες με κενά ακίνητα, καθώς και όσοι επιστρέφουν από πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης (όπως το Airbnb) στη μακροχρόνια μίσθωση, καλούνται να αποδείξουν όχι μόνο την τρέχουσα κατάσταση, αλλά και τις προηγούμενες φορολογικές τους δηλώσεις.
Το έντυπο Ε2 αποκτά καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία αυτή, καθώς εκεί «κλειδώνει» ή χάνεται η απαλλαγή. Το εισόδημα πρέπει να δηλωθεί με συγκεκριμένους κωδικούς στη στήλη 17: ο κωδικός 64 χρησιμοποιείται για ακίνητα που παρέμειναν κενά, ο 65 για ακίνητα που διατέθηκαν σε βραχυχρόνια μίσθωση, ενώ οι κωδικοί 66 και 67 αφορούν μισθώσεις τουλάχιστον έξι μηνών στις αντίστοιχες περιπτώσεις. Μόνο η ορθή χρήση αυτών των κωδικών και η πλήρωση όλων των προϋποθέσεων επιτρέπει τη μεταφορά του ποσού στους κωδικούς 119-120 του εντύπου Ε1 ως απαλλασσόμενο εισόδημα. Σε αντίθετη περίπτωση, το εισόδημα θα φορολογηθεί κανονικά.
Η ΑΑΔΕ, ωστόσο, «διαβάζει» τη δήλωση με έναν ιδιαίτερα αυστηρό τρόπο. Ακόμη και τα εισοδήματα που απαλλάσσονται πρέπει να δηλωθούν κανονικά, ενώ τα στοιχεία, σε μεγάλο βαθμό, είναι προσυμπληρωμένα. Αυτό βασίζεται σε δεδομένα τρίτων, όπως οι πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης, πράγμα που σημαίνει ότι ένα λανθασμένο στοιχείο ή μια εσφαλμένη ένδειξη μπορεί να περάσει αυτόματα στη δήλωση και να «κλειδώσει» τη φορολογική εικόνα, καθιστώντας τη διόρθωσή της δύσκολη για τον φορολογούμενο.
Εξίσου κρίσιμο είναι και το ιστορικό του ακινήτου. Η ΑΑΔΕ εξετάζει τι έχει δηλωθεί και όχι απαραίτητα τι συνέβαινε στην πραγματικότητα. Ένα ακίνητο που στο παρελθόν είχε δηλωθεί ως κύρια ή δευτερεύουσα κατοικία, ήταν ιδιοχρησιμοποιούμενο ή δωρεάν παραχωρούμενο, δεν θεωρείται πλέον κενό και αποκλείεται από την απαλλαγή, ακόμη και αν στην πραγματικότητα παρέμενε αχρησιμοποίητο.
Μια ακόμη σημαντική προϋπόθεση είναι η «τριετία». Το ακίνητο πρέπει να έχει δηλωθεί ως κενό για τα έτη 2022, 2023 και 2024. Αν αυτό το διάστημα δεν καλύπτεται πλήρως, η απαλλαγή δεν χορηγείται. Επιπλέον, η διάρκεια της νέας μίσθωσης είναι καθοριστική και πρέπει να είναι τουλάχιστον τριετής, καθώς συμβόλαια μικρότερης διάρκειας δεν αναγνωρίζονται για την απαλλαγή.
Τα παραδείγματα που παρέχει η ΑΑΔΕ είναι ενδεικτικά: ακίνητο που ήταν κενό μόνο για τα δύο τελευταία έτη δεν δικαιούται απαλλαγή. Ακίνητο που δηλωνόταν στο παρελθόν ως δευτερεύουσα κατοικία αποκλείεται, ενώ ακόμη και ακίνητο που παρέμενε κενό για τρία χρόνια μπορεί να χάσει το αφορολόγητο εάν η νέα μίσθωση είναι μικρότερη της τριετίας.
Ουσιαστικά, η απαλλαγή φόρου στα ενοίκια λειτουργεί ως ένας μηχανισμός «ακριβείας». Δεν αρκεί απλώς το ακίνητο να ήταν κενό ή να έχει μισθωθεί. Είναι απαραίτητο να πληρούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις και αυτές να έχουν αποτυπωθεί με τη δέουσα ακρίβεια στις δηλώσεις των προηγούμενων ετών. Διαφορετικά, ακόμα και μια μικρή λεπτομέρεια μπορεί να μετατρέψει το επιθυμητό αφορολόγητο εισόδημα σε κανονικό φορολογητέο.