Ενημέρωση με ένα κλικ

Η Μέση Ανατολή, ο Πληθωρισμός και η Ελληνική Οικονομία: Ανάλυση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος

Ο Γιάννης Στουρνάρας αναλύει τις γεωπολιτικές διαταραχές, τις επιπτώσεις τους στην Ευρώπη και την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Η πρόσφατη στρατιωτική κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή αποτελεί μια νέα, αρνητική διαταραχή για την παγκόσμια οικονομία και ειδικότερα για την οικονομία της ζώνης του ευρώ. Μετά την επιβολή δασμών από τις ΗΠΑ πέρυσι και την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, που οδήγησε σε ενεργειακή κρίση, η νέα αυτή διαταραχή στην προσφορά αναμένεται να έχει σημαντικές μακροοικονομικές επιπτώσεις. Οι επιπτώσεις αυτές θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια της σύγκρουσης, όπως ανέφερε ο Γιάννης Στουρνάρας, Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, μιλώντας στο CEOs Club.

Οι γεωπολιτικές εντάσεις υπενθυμίζουν τον κίνδυνο επανεμφάνισης ανοδικών πιέσεων στον πληθωρισμό, μέσω διαταραχών στις αγορές ενέργειας και στις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Η Ευρώπη, ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, βρίσκεται σε ευάλωτη θέση, με μεγάλη εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, και υφίσταται τις μεγαλύτερες οικονομικές ζημιές σε περιόδους τέτοιων διαταραχών.

Αρχικά, οι χρηματοπιστωτικές αγορές φάνηκαν να αναμένουν μια σύντομη σύγκρουση, ωστόσο η αβεβαιότητα έχει αυξηθεί, κλίνοντας προς μείωση της οικονομικής ανάπτυξης και αύξηση του πληθωρισμού. Το μέγεθος των επιπτώσεων παραμένει αβέβαιο, με την ΕΚΤ να αναμένεται να δημοσιεύσει τις εκτιμήσεις της για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη στη ζώνη του ευρώ στις 19 Μαρτίου.

Τις τελευταίες ημέρες, οι τιμές της ενέργειας, και ειδικότερα του πετρελαίου, έχουν σημειώσει σημαντική άνοδο, φθάνοντας σε υψηλά επίπεδα από το 2022. Οι τιμές του αργού πετρελαίου τύπου Brent έφθασαν προσωρινά τα 115-120 δολάρια ΗΠΑ ανά βαρέλι, πριν υποχωρήσουν και στη συνέχεια ανέβουν εκ νέου στα 100 δολάρια, καθώς οι αγορές ενσωματώνουν διαρκώς τις εξελίξεις, τις διαταραχές στον εφοδιασμό και τους κινδύνους για τα πλοία που διαπλέουν τα στενά του Ορμούζ. Οι αγορές μετοχών κατέγραψαν πτώση, ενώ οι αποδόσεις των ομολόγων αυξήθηκαν, καθώς οι επενδυτές προσθέτουν ένα γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου και επαναξιολογούν τους κινδύνους πληθωρισμού και ανάπτυξης.

Η σύγκρουση μπορεί να διαταράξει τις παγκόσμιες ροές ενέργειας, αυξάνοντας το κόστος μεταφορών και ασφάλισης. Επιπλέον, η άνοδος των τιμών ενέργειας ενδέχεται να επηρεάσει τις τιμές άλλων βασικών εμπορευμάτων, όπως τα λιπάσματα, ζωτικής σημασίας για την αγροτική παραγωγή.

Εάν η σύγκρουση παραταθεί, ενδέχεται να βιώσουμε ξανά στασιμοπληθωριστικές πιέσεις, ιδίως στις χώρες που εισάγουν ενέργεια. Αυτές οι επιπτώσεις μπορεί να ενισχυθούν από την αβεβαιότητα, τη μεταβλητότητα στις χρηματοπιστωτικές αγορές και την υποτονική εξωτερική ζήτηση.

Η Ευρώπη είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη στις εξελίξεις στις αγορές ορυκτών καυσίμων, κυρίως φυσικού αερίου. Η αυξανόμενη εξάρτηση από εισαγόμενο υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) μετά τη μείωση του εφοδιασμού από τη Ρωσία, καθιστά τις ευρωπαϊκές τιμές αερίου πιο ευαίσθητες στις διαταραχές της παγκόσμιας προσφοράς.

Συνολικά, οι καθοδικοί κίνδυνοι για την παγκόσμια ανάπτυξη και την ανάπτυξη στη ζώνη του ευρώ έχουν αυξηθεί, ενώ έχουν ενισχυθεί και οι ανοδικοί κίνδυνοι για τον πληθωρισμό.

**Η Ελληνική Οικονομία**

**Α. Οικονομική και Χρηματοοικονομική Συγκυρία:**
Παρά τις εξωτερικές αντιξοότητες, η ελληνική οικονομία παραμένει ανθεκτική. Το 2025, το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1%, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ (1,4%). Τόσο η Γενική Κυβέρνηση όσο και ο Χρηματοπιστωτικός Τομέας διαθέτουν υψηλά αποθέματα ασφαλείας. Το αρνητικό στοιχείο παραμένει το άνοιγμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, που οφείλεται σε διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως το χαμηλό ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών, και στον ταχύτερο ρυθμό ανάπτυξης της Ελλάδας σε σύγκριση με τους εμπορικούς εταίρους. Σημαντικό είναι ότι το έλλειμμα οφείλεται πλέον αποκλειστικά στη διαφορά επενδύσεων και αποταμιεύσεων του ιδιωτικού τομέα, καθώς ο δημόσιος τομέας παρουσιάζει πλεόνασμα.

Η οικονομική ανάπτυξη στηρίχθηκε σε επενδύσεις και ιδιωτική κατανάλωση, με θετική συμβολή και των καθαρών εξαγωγών. Η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 2% το 2025, λόγω των επιδόσεων της αγοράς εργασίας, ενώ οι επενδύσεις επιταχύνθηκαν κατά 8,9%, κυρίως λόγω χρηματοδότησης από τον Μηχανισμό Ανάπτυξης και Ανθεκτικότητας (RRF). Ο λόγος επενδύσεων προς ΑΕΠ έχει αυξηθεί σημαντικά, φθάνοντας περίπου το 17% το 2025, από 11% το 2019, αντανακλώντας την ισχυρή δυναμική ιδιωτικών και δημόσιων επενδύσεων, ευρωπαϊκούς πόρους, βελτίωση χρηματοδοτικών συνθηκών και ενίσχυση της εμπιστοσύνης.

Ο γενικός και ο πυρήνας του πληθωρισμού παρέμειναν σταθερά κοντά στο 3% τους πρώτους μήνες του 2026, από τους υψηλότερους στη ζώνη του ευρώ, οφειλόμενοι κυρίως στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα και τις υπηρεσίες. Η υψηλή τουριστική ζήτηση, οι αυξήσεις μισθών, του φόρου διαμονής και των ενοικίων συνέβαλαν στην επιμονή του πληθωρισμού υπηρεσιών. Η διαφορά πληθωρισμού με τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ (1%) αντανακλά το θετικό παραγωγικό κενό της ελληνικής οικονομίας.

Η ελληνική αγορά ακινήτων έχει ανακάμψει, με τις τιμές των κατοικιών να αυξάνονται σταθερά από το 2018. Κατά το εννεάμηνο του 2025, οι τιμές διαμερισμάτων αυξήθηκαν κατά 7,5% ετησίως, με επιβραδυνόμενο ρυθμό. Αυτό οφείλεται στο βελτιωμένο μακροοικονομικό περιβάλλον, την ισχυρή ζήτηση από ξένους επενδυτές και τους περιορισμούς στην προσφορά.

Οι εξελίξεις στην αγορά εργασίας είναι θετικές. Το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε σε 8,9% το 2025, από 10,1% το 2024, ενώ η απασχόληση συνέχισε να αυξάνεται, αν και με πιο μέτριο ρυθμό (1,5%). Η αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από σχετική στενότητα, ιδίως σε τουρισμό και κατασκευές, στηρίζοντας την αύξηση των μισθών. Η παραγωγικότητα της εργασίας βελτιώθηκε ελαφρά (1,2%).

Η πιστωτική επέκταση στήριξε την ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας. Η παροχή τραπεζικών πιστώσεων προς τις επιχειρήσεις υπήρξε ισχυρή, συμβαδίζοντας με την οικονομική ανάπτυξη και τη μείωση των επιτοκίων. Ο ρυθμός μείωσης των στεγαστικών δανείων επιβραδύνθηκε, ενώ η καθαρή ροή καταναλωτικών δανείων έγινε θετική. Οι συνθήκες χρηματοδότησης χαλάρωσαν, ακολουθώντας τις μειώσεις επιτοκίων της ΕΚΤ.

Οι προοπτικές της τραπεζικής χρηματοδότησης παραμένουν θετικές, υποστηριζόμενες από τη συνεχιζόμενη οικονομική δραστηριότητα, χαμηλότερα επιτόκια, ευρωπαϊκά εργαλεία, εκταμιεύσεις RRF και την υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών.

**Β. Δημοσιονομικές Εξελίξεις:**
Η Ελλάδα διαθέτει ευνοϊκό σημείο εκκίνησης και ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη, καθιστώντας την ανθεκτική σε αναταραχές, παρά την αβεβαιότητα από τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή.

Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ αποκλιμακώνεται έντονα, από 209,4% το 2020 σε εκτιμώμενο 145,9% το 2025 και προβλεπόμενο 138,2% το 2026.

Η δημοσιονομική εξισορρόπηση και οι διαρθρωτικές αλλαγές έχουν οδηγήσει σε ιστορικώς υψηλά δημοσιονομικά αποτελέσματα. Το 2024, το πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης διαμορφώθηκε στο 1,2% του ΑΕΠ, και το πρωτογενές πλεόνασμα στο 4,7% του ΑΕΠ, τα υψηλότερα που έχουν καταγραφεί. Οι εκτιμήσεις για το 2025 δείχνουν ότι τα αποτελέσματα υπερέβησαν τους στόχους.

**Γ. Δανειακές Ανάγκες:**
Ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) έχει καλύψει πάνω από το 50% των προβλεπόμενων ετήσιων δανειακών αναγκών για το 2026 (8 δισ. ευρώ). Αυτό περιλαμβάνει πρόωρες αποπληρωμές δανείων ύψους 8,8 δισ. ευρώ.

Οι πρόωρες αποπληρωμές δανείων GLF έχουν μειώσει τις χρηματοδοτικές ανάγκες, καθώς έχουν αποπληρωθεί δάνεια με λήξη το 2026, 2027 και 2028. Τα ταμειακά διαθέσιμα της Γενικής Κυβέρνησης (39,5 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025) επαρκούν για περίπου 3 έτη.

Οι περιορισμένες ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες προσδίδουν σταθερότητα στο έμμεσο επιτόκιο εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους.

**Δ. Χαρακτηριστικά του Δημόσιου Χρέους:**
Οι συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων (swaps) από τον ΟΔΔΗΧ έχουν μειώσει την έκθεση στον επιτοκιακό κίνδυνο, μετατρέποντας το δημόσιο χρέος σε χρέος σταθερού επιτοκίου. Η μέση σταθμική διάρκεια ανατιμολόγησης πλησιάζει τα 18 έτη. Αυτό συμβάλλει στην ταχύτερη αποκλιμάκωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ σε περίοδο πληθωρισμού.

Μια αύξηση του πληθωρισμού μπορεί να έχει βραχυπρόθεσμα θετική επίδραση στο δημοσιονομικό αποτέλεσμα, μέσω της «φορολογικής διάβρωσης» στα φορολογικά έσοδα.

Το 2025, το δημοσιονομικό αποτέλεσμα υπερέβη σημαντικά τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα 3,7% του ΑΕΠ.

**Ε. Η Εφαρμογή του ‘Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας’ (RRF):**
Η Ελλάδα έχει λάβει 23,4 δισ. ευρώ από τον RRF (65% των συνολικών πόρων) και έχει ολοκληρώσει επιτυχώς το 46% των οροσήμων και στόχων, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της ΕΕ (45%).

Τον Δεκέμβριο του 2025, η Ελλάδα υπέβαλε το 7ο αίτημα πληρωμής (0,88 δισ. ευρώ επιχορηγήσεις) και το 6ο (0,29 δισ. ευρώ δάνεια). Μετά την έγκριση, θα έχει λάβει 24,57 δισ. ευρώ, έχοντας ολοκληρώσει το 53% των οροσήμων.

Έως τον Σεπτέμβριο του 2025, είχαν διοχετευθεί στην πραγματική οικονομία 7,3 δισ. ευρώ από τις επιχορηγήσεις. Έως τον Φεβρουάριο του 2026, είχαν συμβασιοποιηθεί δάνεια ύψους 9,5 δισ. ευρώ.

Καθυστερήσεις στην υλοποίηση των επενδύσεων του RRF παρατηρούνται σε όλες τις χώρες. Η Ελλάδα αναθεώρησε το Εθνικό Σχέδιο, ενσωματώνοντας πιο ώριμα έργα και αναταξινομώντας λιγότερο ώριμα, προκειμένου να διασφαλιστεί η πλήρης απορρόφηση των κονδυλίων.

Τα κύρια εναλλακτικά ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά προγράμματα μετά το τέλος του RRF περιλαμβάνουν το τρέχον Πρόγραμμα Δημόσιων Επενδύσεων, το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (2028-2034) και νέους ευρωπαϊκούς πόρους ύψους 8 δισ. ευρώ.

**ΣΤ. Οικονομικές Προοπτικές και Κίνδυνοι:**
Οι προοπτικές για την ελληνική οικονομία παραμένουν θετικές, παρά τις εξωτερικές επιδράσεις. Εάν η κρίση στη Μέση Ανατολή δεν ξεπεράσει τον ένα μήνα, το 2026 αναμένεται αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κοντά σε αυτήν του 2025, υπερβαίνοντας τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ. Η ανάπτυξη θα βασιστεί κυρίως στην κατανάλωση, ενώ οι επενδύσεις θα συνεχίσουν να συμβάλλουν θετικά.

Οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη είναι κυρίως καθοδικοί, σχετιζόμενοι με τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, την επιμονή του πληθωρισμού, τις φυσικές καταστροφές, την απορρόφηση πόρων RRF και την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων.

Η Ελλάδα έχει επιτύχει αξιοσημείωτη αύξηση των εξαγωγικών της μεριδίων και των επενδύσεων, μετασχηματιζόμενη σε μια πιο ανταγωνιστική και εξωστρεφή οικονομία. Αυτός ο αναπροσανατολισμός μπορεί να επιταχυνθεί μέσω θεσμικών αλλαγών, μεταρρυθμίσεων στις αγορές προϊόντων, ευθυγράμμισης της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της αγοράς, επενδύσεων στην ενέργεια και τον ψηφιακό μετασχηματισμό, ενίσχυσης της συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας και βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας του τραπεζικού συστήματος.

Ωστόσο, τα εθνικά μέτρα δεν αρκούν. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει προκλήσεις που απαιτούν μια συνεκτική ευρωπαϊκή στρατηγική, εστιάζοντας στη βάθυνση της Ενιαίας Αγοράς, την ενίσχυση των επενδύσεων, της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας. Μια συντονισμένη δράση είναι απαραίτητη για την κάλυψη του χάσματος παραγωγικότητας και καινοτομίας, την ενίσχυση της ανθεκτικότητας, τη μείωση της ενεργειακής εξάρτησης και τη διατήρηση της στρατηγικής αυτονομίας.

Πρωτοβουλίες της ΕΕ όπως το ReArm Europe Plan, η Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας και το Clean Industry Pact σηματοδοτούν μια αλλαγή προς μια ισχυρότερη βιομηχανική πολιτική, ενθαρρύνοντας επενδύσεις στην πράσινη ενέργεια, νέες τεχνολογίες και καινοτομία.

Η ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης και η δημιουργία μιας ουσιαστικής ένωσης αποταμιεύσεων και επενδύσεων θα μειώσουν τον κατακερματισμό των χρηματοπιστωτικών αγορών. Η έκδοση ενός μόνιμου, κοινού, ασφαλούς ευρωπαϊκού περιουσιακού στοιχείου, που θα χρηματοδοτήσει κοινές επενδύσεις στην άμυνα, την πράσινη ενέργεια και την καινοτομία, θα μπορούσε να ενισχύσει το διεθνή ρόλο του ευρώ και να μειώσει την εξάρτηση από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.

Get real time updates directly on you device, subscribe now.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com