Η Ευρώπη σε αναμμένα κάρβουνα: Πώς η κλιμάκωση στο Ιράν απειλεί τις οικονομίες
Ανάλυση της Goldman Sachs για τις επιπτώσεις των τιμών ενέργειας και τον πληθωρισμό, και τις προκλήσεις για τις κεντρικές τράπεζες.
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης στο Ιράν επαναφέρει στο προσκήνιο ένα θεμελιώδες ερώτημα για την Ευρώπη: πόσο ανθεκτικές είναι οι οικονομίες της απέναντι σε ένα νέο ενεργειακό σοκ; Σύμφωνα με την ανάλυση της Goldman Sachs, ο κύριος δίαυλος μετάδοσης των επιπτώσεων είναι η άνοδος των τιμών ενέργειας, δεδομένου ότι η πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών είναι καθαροί εισαγωγείς πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η αμερικανική τράπεζα επισημαίνει ότι, πέραν της ενέργειας, οι υπόλοιποι δίαυλοι, όπως το εμπόριο εκτός ενέργειας και η τραπεζική διασύνδεση με την περιοχή, είναι περιορισμένοι, λόγω των ασθενών οικονομικών δεσμών της Ευρώπης με το Ιράν. Μια πιθανή σύσφιξη των παγκόσμιων χρηματοοικονομικών συνθηκών θα μπορούσε να επηρεάσει τις ευρωπαϊκές αγορές, ωστόσο, η κύρια μακροοικονομική μεταβλητή παραμένει το ενεργειακό κόστος.
Η Goldman Sachs ποσοτικοποιεί το σοκ, υπολογίζοντας ότι μια αύξηση 10% στον μέσο όρο των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου αναμένεται να μειώσει το πραγματικό ΑΕΠ, σε ορίζοντα τεσσάρων τριμήνων, κατά 0,2% στη ζώνη του ευρώ και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στη Σουηδία, η επίπτωση περιορίζεται στο -0,1%, στην Ελβετία είναι σχεδόν μηδενική, ενώ στη Νορβηγία καταγράφεται θετική επίδραση +0,1%, χάρη στο ρόλο της ως παραγωγός και εξαγωγέας πετρελαίου.
Η διαφοροποίηση αυτή δεν είναι τυχαία. Η Σουηδία και η Ελβετία παρουσιάζουν μικρότερη εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα, λόγω της υψηλότερης συμμετοχής πυρηνικής και ανανεώσιμης ενέργειας, ενώ η Νορβηγία επωφελείται από τη βελτίωση των όρων εμπορίου όταν οι τιμές ενέργειας αυξάνονται.
Όσον αφορά τις τιμές, η επίδραση είναι ανοδική σε όλες τις χώρες. Η Goldman Sachs εκτιμά ότι μια αύξηση 10% στις τιμές ενέργειας ενισχύει τον γενικό πληθωρισμό κατά 0,15% έως 0,3% σε ορίζοντα τεσσάρων τριμήνων, ενώ ο δομικός πληθωρισμός αυξάνεται κατά 0,03% έως 0,06%.
Ωστόσο, το κρίσιμο συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η μετακύλιση των αυξήσεων ενέργειας στις τελικές τιμές δεν είναι γραμμική. Κατά την πρόσφατη πληθωριστική έξαρση, η μετακύλιση αποδείχθηκε σχεδόν διπλάσια σε σχέση με «κανονικές» περιόδους. Όσο μεγαλύτερη είναι η άνοδος των τιμών ενέργειας, όσο υψηλότερος ο ήδη διαμορφωμένος ρυθμός πληθωρισμού και όσο πιο «σφιχτή» η αγορά εργασίας, τόσο εντονότερη η δευτερογενής επίδραση. Αυτό σημαίνει ότι σε ένα περιβάλλον επίμονης ενεργειακής ανατίμησης, ο δομικός πληθωρισμός θα μπορούσε να ενισχυθεί περισσότερο από τα βασικά σενάρια.
Η άνοδος των τιμών ενέργειας συνιστά «αρνητικό σοκ προσφοράς», καθώς συμπιέζει την ανάπτυξη και ταυτόχρονα ενισχύει τον πληθωρισμό. Σε τέτοιες συνθήκες, η νομισματική πολιτική καλείται να ισορροπήσει μεταξύ αντικρουόμενων στόχων.
Σύμφωνα με την Goldman Sachs, η «παραδοσιακή» προσέγγιση θα υπαγόρευε στάση αναμονής, εφόσον οι πληθωριστικές προσδοκίες παραμένουν σταθερές και το σοκ θεωρείται παροδικό. Ωστόσο, τα διδάγματα της πρόσφατης κρίσης υποδηλώνουν ότι σε περίπτωση μεγάλων και επίμονων αυξήσεων ενέργειας, το κατώφλι αντίδρασης της νομισματικής πολιτικής μειώνεται.
Παρά τις αυξημένες αβεβαιότητες, η τράπεζα δεν προχωρά σε αλλαγές των βασικών της προβλέψεων για ανάπτυξη, πληθωρισμό και επιτόκια. Για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το βασικό σενάριο παραμένει «στάση αναμονής», καθώς ο πληθωρισμός κινείται κοντά στον στόχο και το βασικό επιτόκιο θεωρείται σε ουδέτερο επίπεδο. Μόνο σε περίπτωση επίμονων δευτερογενών επιδράσεων από την ενέργεια θα μπορούσε να αλλάξει η στάση αυτή.
Περιορισμένες θεωρούνται και οι επιπτώσεις για τη Riksbank και την Ελβετική Κεντρική Τράπεζα, με την τελευταία να εστιάζει κυρίως στις πιέσεις ανατίμησης του φράγκου. Αντίθετα, η Τράπεζα της Αγγλίας και η Norges Bank ενδέχεται να βρεθούν σε πιο σύνθετη θέση.
Η Goldman Sachs διατηρεί την πρόβλεψη για τρεις μειώσεις επιτοκίων στη Βρετανία φέτος, έως το 3%, συμπεριλαμβανομένης κίνησης στις 19 Μαρτίου, αλλά σημειώνει ότι η συνεχιζόμενη άνοδος των τιμών ενέργειας θα μπορούσε να επιβραδύνει τον ρυθμό χαλάρωσης.
Για τη Νορβηγία, αναμένεται διατήρηση των επιτοκίων στις επόμενες δύο συνεδριάσεις και μείωση 25 μονάδων βάσης τον Ιούνιο, με κίνδυνο καθυστέρησης.
