Η Ελλάδα μειώνει εντυπωσιακά το κενό ΦΠΑ, ξεπερνώντας την τάση της Ευρωζώνης
Ενώ άλλες χώρες της Ευρωζώνης χάνουν έδαφος, η Ελλάδα σημειώνει σημαντική πρόοδο στην είσπραξη εσόδων, χάρη στην ψηφιοποίηση και την πάταξη της φοροδιαφυγής.
Μια απροσδόκητη αλλαγή σκηνικού παρατηρείται στον τομέα των δημόσιων οικονομικών, καθώς η Ελλάδα, αντίθετα με την τάση που επικρατεί στην Ευρωζώνη, επιδεικνύει θετικές επιδόσεις στην είσπραξη εσόδων. Το κενό ΦΠΑ, δηλαδή η διαφορά μεταξύ των πραγματικών και των δυνητικών εσόδων από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, αποτελεί έναν κρίσιμο δείκτη για την υγεία των δημοσιονομικών μιας χώρας.
Για πολλά χρόνια, η Ελλάδα φιγουράριζε στις χειρότερες θέσεις της Ευρώπης, με το κενό ΦΠΑ να αγγίζει το 29% έως το 2017. Ωστόσο, η εικόνα έχει αλλάξει ριζικά. Το 2023, το ποσοστό αυτό υποχώρησε στο 11,4%, καταγράφοντας την έκτη μεγαλύτερη μείωση στην Ευρωζώνη. Την ίδια περίοδο, ο ευρωπαϊκός μέσος όρος παρουσίασε αντίστροφη πορεία, αυξανόμενος στο 9,5% από 7,9%.
Η σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι πλέον εμφανής. Το 2023, η Ελλάδα απέχει μόλις 1,9 ποσοστιαίες μονάδες από τον κοινοτικό μέσο όρο. Εκτιμήσεις από τον οργανισμό Tax Foundation δείχνουν ότι το 2024 η ψαλίδα αυτή αναμένεται να κλείσει ακόμη περισσότερο, καθώς σε τουλάχιστον 12 χώρες της Ευρωζώνης προβλέπεται διεύρυνση του κενού ΦΠΑ, ενώ για την Ελλάδα οι πρώτες ενδείξεις κάνουν λόγο για μονοψήφιο πλέον ποσοστό.
Η βελτίωση αυτή δεν είναι τυχαία, αλλά αποτέλεσμα συντονισμένων προσπαθειών. Στα βασικά αίτια περιλαμβάνονται η περαιτέρω ψηφιοποίηση των φορολογικών διαδικασιών, η αξιοποίηση νέων τεχνολογιών και προηγμένων εργαλείων ανάλυσης δεδομένων για τον εντοπισμό της φοροδιαφυγής, η αύξηση των ηλεκτρονικών διασταυρώσεων συναλλαγών, καθώς και η ενίσχυση της οικειοθελούς συμμόρφωσης των φορολογουμένων.
Ωστόσο, παρά τη θετική πορεία, τα περιθώρια περαιτέρω βελτίωσης παραμένουν σημαντικά. Σύμφωνα με το Tax Foundation, το κενό ΦΠΑ δεν οφείλεται αποκλειστικά στη φοροδιαφυγή, η οποία εκτιμάται ότι ευθύνεται για περίπου το 73% του συνόλου. Το υπόλοιπο 27% αποδίδεται στη φορολογική πολιτική, δηλαδή στους μειωμένους συντελεστές και τις απαλλαγές. Αυτό το στοιχείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο αυξανόμενων πολιτικών και κοινωνικών πιέσεων για περαιτέρω μειώσεις του ΦΠΑ και περισσότερες απαλλαγές. Ο οργανισμός προειδοποιεί ότι ο αριθμός των εξαιρέσεων και των χαμηλών συντελεστών είναι ήδη μεγάλος και ενδεχομένως χρειάζεται επανεξέταση, προκειμένου η χώρα να μην συνεχίσει να χάνει πολύτιμα έσοδα.
Στο σκέλος του κενού ΦΠΑ που σχετίζεται με μειωμένους συντελεστές, η Ελλάδα κατατάσσεται δεύτερη στην Ευρωζώνη με 18,5%, πίσω μόνο από την Ιρλανδία (21,4%). Παρόμοια εικόνα παρουσιάζεται και όσον αφορά το κενό ΦΠΑ λόγω απαλλαγών, όπου η Ελλάδα, με 14,4%, βρίσκεται στην τρίτη θέση, μετά την Ισπανία (18,6%) και την Πολωνία (16,1%).
Το κόστος των φοροαπαλλαγών είναι σημαντικό. Σύμφωνα με το προσχέδιο του προϋπολογισμού, μόνο στον ΦΠΑ καταγράφονται 73 διαφορετικές φοροαπαλλαγές, με συνολικό κόστος που υπερβαίνει το 1 δισεκατομμύριο ευρώ. Οι κυβερνήσεις συχνά δικαιολογούν αυτές τις παρεμβάσεις ως μέτρα κοινωνικής πολιτικής ή στήριξης της κατανάλωσης. Ωστόσο, το Tax Foundation επισημαίνει ότι οι απαλλαγές και οι μειωμένοι συντελεστές αποτελούν προβληματική φορολογική πρακτική, καθώς στρεβλώνουν την κατανάλωση, μειώνουν τα έσοδα, αυξάνουν την πολυπλοκότητα για τις επιχειρήσεις και ωθούν το κράτος σε λιγότερο αποδοτικές πηγές χρηματοδότησης.
