Η αμερικανική βιομηχανία παλεύει να βρει τη “Χρυσή Εποχή” υπό το βάρος των δασμών
Παρά τις υποσχέσεις και τις πολιτικές παρεμβάσεις, τα στοιχεία δείχνουν κόπωση και απώλεια θέσεων εργασίας στον κλάδο.
Η υπόσχεση για μια «Χρυσή Εποχή» της αμερικανικής βιομηχανίας, με δασμούς που θα προστάτευαν τα εγχώρια εργοστάσια και θα επανέφεραν χαμένες θέσεις εργασίας, φαίνεται να απομακρύνεται από την πραγματικότητα. Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, οι επιπτώσεις των εμπορικών πολιτικών, τόσο της κυβέρνησης Τραμπ όσο και της κυβέρνησης Μπάιντεν, στον μεταποιητικό τομέα οδηγούν σε μια σταδιακή κόπωση και όχι σε αναγέννηση.
Τα στοιχεία της απασχόλησης είναι ανησυχητικά. Μετά την επιβολή των δασμών, ο αριθμός των εργαζομένων στη βιομηχανία έχει υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο μετά το τέλος της πανδημίας, ενώ οι απολύσεις συνεχίστηκαν αδιάκοπα. Από το 2023 και μετά, πάνω από 200.000 θέσεις εργασίας έχουν χαθεί στον κλάδο, γεγονός που υπονομεύει ευθέως το βασικό επιχείρημα ότι οι δασμοί θα λειτουργούσαν ως μοχλός δημιουργίας θέσεων εργασίας.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται και από τους δείκτες δραστηριότητας. Η μεταποίηση κινήθηκε σε ζώνη συρρίκνωσης για περισσότερα από δύο χρόνια, παρουσιάζοντας μια παρατεταμένη αδυναμία. Παρόλο που υπήρξαν μεμονωμένες ενδείξεις σταθεροποίησης, όπως μια πρόσκαιρη βελτίωση σε νέες παραγγελίες και παραγωγή, αυτές δεν επαρκούν για να ανατρέψουν τη γενική τάση. Η αμερικανική βιομηχανία μοιάζει να κινείται χωρίς δυναμική, παγιδευμένη ανάμεσα σε πολιτικές προσδοκίες και σκληρούς οικονομικούς περιορισμούς.
Ένα από τα κύρια επιχειρήματα υπέρ των δασμών ήταν η ενίσχυση των επενδύσεων σε νέες βιομηχανικές μονάδες. Πράγματι, τα προηγούμενα χρόνια παρατηρήθηκε αύξηση στις δαπάνες για την κατασκευή εργοστασίων, κυρίως στους τομείς των ημιαγωγών και της καθαρής ενέργειας. Ωστόσο, αυτή η επενδυτική έκρηξη δεν μεταφράστηκε σε αντίστοιχη αύξηση της απασχόλησης. Αντιθέτως, οι δαπάνες για νέες εγκαταστάσεις παρουσίασαν πτωτική πορεία, ενώ η συνολική βιομηχανική παραγωγή δεν κατάφερε να ανακτήσει πλήρως το έδαφος που χάθηκε κατά την περίοδο της πανδημίας. Αυτό οφείλεται και στον δομικό παράγοντα των σύγχρονων, αυτοματοποιημένων εργοστασίων που απαιτούν λιγότερο ανθρώπινο δυναμικό.
Σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, οι δασμοί είχαν άμεση και συχνά αρνητική επίπτωση στο κόστος παραγωγής. Πολλές αμερικανικές επιχειρήσεις εξαρτώνται από εισαγόμενες πρώτες ύλες και ενδιάμεσα αγαθά. Η επιβολή δασμών αύξησε το κόστος αυτών των εισροών, αναγκάζοντας τις εταιρείες να αυξήσουν τις τιμές τους ή να αναζητήσουν εναλλακτικές αλυσίδες προμήθειας. Η περίπτωση του χάλυβα είναι ενδεικτική: με τους δασμούς να αυξάνονται, πολλές βιομηχανίες δυσκολεύονται να προμηθευτούν επαρκείς ποσότητες από εγχώριους παραγωγούς και στρέφονται σε εισαγωγές, ακόμη και αν αυτές επιβαρύνονται με δασμούς, καθιστώντας τες λιγότερο ανταγωνιστικές.
Η αβεβαιότητα αποτελεί έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα. Οι συχνές απειλές για νέους δασμούς, οι μεταβαλλόμενες εμπορικές σχέσεις και το ενδεχόμενο δικαστικών αποφάσεων δημιουργούν ένα περιβάλλον δισταγμού για νέες δεσμεύσεις κεφαλαίων. Πολλοί επιχειρηματίες μιλούν για ένα «χαμένο έτος» επενδύσεων. Ταυτόχρονα, διεθνείς ανταγωνιστές όπως η Κίνα συνεχίζουν να εξάγουν, πιέζοντας τις τιμές προς τα κάτω στις διεθνείς αγορές, δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο την προσπάθεια των αμερικανικών εργοστασίων να σταθούν ανταγωνιστικά.
Η κυβέρνηση των ΗΠΑ υποστηρίζει ότι το όραμα είναι μακροπρόθεσμο, στοχεύοντας σε μια αυτάρκη βιομηχανία. Όμως, τα χρονοδιαγράμματα για τέτοιου μεγέθους επενδύσεις εκτείνονται σε βάθος ετών. Μέχρι τότε, οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές για την απασχόληση και την παραγωγή παραμένουν αβέβαιες. Η πραγματικότητα δείχνει ότι οι δασμοί από μόνοι τους δεν αρκούν για να αντιστρέψουν τάσεις δεκαετιών, όπως η αποβιομηχάνιση. Χωρίς συνοδευτικές πολιτικές που να αντιμετωπίζουν το κόστος, την τεχνολογία και την αβεβαιότητα, η «Χρυσή Εποχή» της αμερικανικής βιομηχανίας παραμένει περισσότερο υπόσχεση παρά απτό αποτέλεσμα, σύμφωνα πάντα με τη Wall Street Journal.
