Κάθαρση στην αγορά καυσίμων: Μαζικές εφόδους και λουκέτα σε πρατήρια τον Ιανουάριο
Η ΑΑΔΕ και η ΔΑΟΕ εξάρθρωσαν εγκληματικό μηχανισμό που εξαπατούσε τους καταναλωτές, εφαρμόζοντας νέα ψηφιακά εργαλεία για τον εντοπισμό της παραβατικότητας.
Τον Ιανουάριο του 2026, η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) και η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (ΔΑΟΕ) της Ελληνικής Αστυνομίας εξαπέλυσαν ένα συντονισμένο σχέδιο μάχης κατά της απάτης στην αγορά καυσίμων. Οι παράλληλες επιχειρήσεις, που απλώθηκαν πανελλαδικά, οδήγησαν σε τριάντα έρευνες, δεκατρείς συλλήψεις και δεκάδες “λουκέτα” σε πρατήρια που χρησιμοποιούσαν παράνομο λογισμικό. Αυτή η κοινή επιχείρηση, η μεγαλύτερη του είδους της, στόχευσε στην εξάρθρωση ενός εγκληματικού δικτύου που εκτιμάται ότι αφαιρούσε από 10 έως 35 ευρώ από κάθε ανεφοδιασμό οχήματος.
Η συνεργασία μεταξύ της ΑΑΔΕ και της ΔΑΟΕ, του «ελληνικού FBI», είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή τουλάχιστον 16 διετών λουκέτων τον Ιανουάριο, λόγω παραποίησης των μηχανισμών των αντλιών. Ο ρυθμός κλεισίματος των πρατηρίων, ένα σχεδόν κάθε μέρα, μαρτυρά μια στρατηγική προσέγγιση και ένα κεντρικό σχεδιασμό ενάντια στα «μαύρα» πρατήρια, πολύ διαφορετικό από προηγούμενες, αποσπασματικές ελέγχους.
Με όπλο τον αιφνιδιασμό και τις νέες τεχνολογίες, όπως ηλεκτρονικές παγίδες παρακολούθησης αποθεμάτων και τηλεφωνικές επισυνδέσεις, οι αρχές κατάφεραν να εντοπίσουν και να κλείσουν πολλά πρατήρια μέσα σε μία νύχτα. Ένα από τα δίκτυα που εξαρθρώθηκαν δρούσε για τουλάχιστον πέντε χρόνια, εξαπατώντας τους καταναλωτές με απώλεια 10% έως 15% στην αντλία, με τη λεία του να εκτιμάται σε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ.
Οι ελεγκτές εστίασαν σε πρατήρια με υψηλή κίνηση, ιδιαίτερα σε περιοχές όπως τα νότια προάστια της Αθήνας, ο Πειραιάς, το παραλιακό μέτωπο και τα Μεσόγεια Αττικής, όπου χιλιάδες οχήματα ανεφοδιάζονταν καθημερινά. Παράλληλα, το πρωί της Τρίτης 20 Ιανουαρίου, πραγματοποιήθηκαν μαζικές έρευνες και συλλήψεις σε Θεσσαλονίκη, Δράμα, Μαγνησία, Εύβοια, Λάρισα και Πιερία, με τη συνδρομή ειδικών μονάδων της ΕΛ.ΑΣ.
Σημαντικό χαρακτηριστικό των πρατηρίων που έκλεισαν ήταν ότι ανήκαν ή ελέγχονταν παρασκηνιακά από άτομα με σχέσεις στη νύχτα ή σε άλλες παράνομες δραστηριότητες. Αυτά τα πρατήρια πωλούσαν καύσιμα σε εξωπραγματικά χαμηλές τιμές, 10 έως 20 λεπτά κάτω από την επίσημη αγορά, συχνά ακόμη και χαμηλότερα από την τιμή παραγωγής, με το όφελος για τον καταναλωτή να είναι ουσιαστικά ανύπαρκτο λόγω των παραποιημένων αντλιών.
Τα νέα ψηφιακά εργαλεία της ΑΑΔΕ, σε λειτουργία από τον Ιούνιο του 2025, ήταν καθοριστικά. Ο Αυτόματος Μηχανισμός Μέτρησης Στάθμης (ΑΜΜΣ) επιτρέπει ακριβή υπολογισμό του όγκου και της θερμοκρασίας των καυσίμων, οι νέοι ογκομετρικοί πίνακες από πιστοποιημένους φορείς προσδιορίζουν την ακριβή χωρητικότητα των δεξαμενών, και το Συγκεντρωτικό Ισοζύγιο (Σ.Ι.) πολλαπλών ημερών εντοπίζει αφύσικες αυξομειώσεις πωλήσεων. Με αυτά τα εργαλεία, η ΑΑΔΕ πλέον χτίζει ύποπτα προφίλ πρατηρίων και ενεργοποιεί ελέγχους βάσει δεδομένων, αντί να βασίζεται σε καταγγελίες ή τυχαία δείγματα.
Οι παραβάτες χρησιμοποιούσαν παράνομο λογισμικό για να παρακάμψουν το σύστημα εισροών-εκροών, αλλοιώνοντας τις μετρήσεις και επιτρέποντας την ελλειμματική παράδοση καυσίμων. Αυτό εξηγεί πώς ένα ρεζερβουάρ 50 λίτρων φαινόταν να γεμίζει με 55 ή 60 λίτρα. Το λογισμικό, με ειδικές δικλίδες ασφαλείας, καθιστούσε τον εντοπισμό του δύσκολο, ενώ η επιτυχία των επιχειρήσεων βασίστηκε στον αιφνιδιασμό και την παρακολούθηση των συστημάτων.
Οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν είναι βαριές, ξεκινώντας από 150.000 ευρώ ανά πρατήριο, πέραν του διετούς λουκέτου και του οριστικού αποκλεισμού από την αγορά. Σύμφωνα με τους νέους κανόνες μετά το 2024, τα πρατήρια που συλλαμβάνονται δεν θα προμηθεύονται ξανά καύσιμα, με τον οικονομικό αποκλεισμό να υπερβαίνει το κόστος των προστίμων.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση πιέζει επίσης για αυστηρότερους ελέγχους, καθώς η φοροδιαφυγή στα καύσιμα παραμένει σε υψηλά επίπεδα, με εκτιμώμενες ετήσιες απώλειες εσόδων για το κράτος έως 500 εκατομμύρια ευρώ. Το πραγματικό κόστος, ωστόσο, είναι μεγαλύτερο, καθώς πέραν του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων, οι καταναλωτές πληρώνουν για λιγότερα καύσιμα από αυτά που λαμβάνουν, ενώ οι δημόσιες δαπάνες μειώνονται λόγω της απώλειας εσόδων.
