Οικογενειακές φορολογικές ελαφρύνσεις: Γιατί απουσιάζει το αναμενόμενο όφελος από πολλούς μισθωτούς
Η νέα φορολογική κλίμακα υπόσχεται αυξήσεις στους καθαρούς μισθούς, όμως σε πολλές περιπτώσεις η πραγματικότητα απέχει από τις προσδοκίες, με την αιτία να εντοπίζεται στα λογιστικά τμήματα.
Αρκετοί εργαζόμενοι με παιδιά διαπίστωσαν μικρότερη αύξηση στους καθαρούς τους μισθούς, ή ακόμη και καμία, παρά την εφαρμογή της νέας φορολογικής κλίμακας από τον Ιανουάριο. Το πρόβλημα, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν εντοπίζεται στη νομοθεσία, αλλά στο γεγονός ότι οι οικογενειακές ελαφρύνσεις δεν έχουν περάσει σωστά στη μισθοδοσία.
Η μείωση της παρακράτησης φόρου εφαρμόστηκε οριζόντια για όλους τους μισθωτούς, μέσω χαμηλότερων συντελεστών στα βασικά κλιμάκια εισοδήματος. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και εργαζόμενοι χωρίς τέκνα δικαιούνται μια μικρή, αλλά υπαρκτή, αύξηση στα καθαρά τους. Για τους γονείς, ωστόσο, η φορολογική κλίμακα προβλέπει επιπλέον μειώσεις, οι οποίες θα έπρεπε να αυξάνουν αισθητά το τελικό όφελος.
Στην πράξη, ένας εργαζόμενος χωρίς παιδιά και καθαρό μισθό γύρω στα 1.200–1.300 ευρώ παρατήρησε αύξηση της τάξης των 10–20 ευρώ τον μήνα. Με ένα παιδί, το όφελος θα έπρεπε να είναι υψηλότερο, με δύο ακόμη μεγαλύτερο, ενώ για τρίτεκνους και πολύτεκνους η διαφορά στα καθαρά μπορεί να φτάνει δεκάδες ή και εκατοντάδες ευρώ μηνιαίως.
Όταν, όμως, τα παιδιά δεν έχουν δηλωθεί σωστά στο λογιστήριο της εταιρείας, η μισθοδοσία αντιμετωπίζει τον εργαζόμενο ως άτεκνο. Ως αποτέλεσμα, εφαρμόζεται μόνο η γενική μείωση της παρακράτησης και όχι οι πρόσθετες οικογενειακές ελαφρύνσεις που προβλέπει η κλίμακα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εργαζόμενος με δύο παιδιά και καθαρό μισθό 1.500 ευρώ. Βάσει της νέας κλίμακας, θα έπρεπε να δει αύξηση περίπου 60–70 ευρώ τον μήνα. Αν, όμως, στη μισθοδοσία εμφανίζεται ως άτεκνος, η αύξηση περιορίζεται στα 15–20 ευρώ. Η διαφορά δεν χάνεται οριστικά, αλλά απλώς δεν έχει περάσει ακόμη. Αντίστοιχα, τρίτεκνος μισθωτός με καθαρό μισθό 1.400–1.500 ευρώ μπορεί να δικαιούται αύξηση άνω των 100 ευρώ τον μήνα. Εάν δεν έχουν δηλωθεί τα παιδιά, το σύστημα δεν αναγνωρίζει τον μειωμένο συντελεστή που τον αφορά και το όφελος παραμένει εκτός μισθοδοσίας.
Το πρώτο βήμα για όσους διαπίστωσαν μικρότερη αύξηση –ή καμία διαφορά– είναι να ζητήσουν αναλυτική βεβαίωση μισθοδοσίας από το λογιστήριο ή τον εργοδότη τους. Εκεί αποτυπώνονται αναλυτικά ο μικτός μισθός, ο καθαρός, οι κρατήσεις και η παρακράτηση φόρου, στοιχεία που επιτρέπουν άμεση σύγκριση με την προηγούμενη μισθοδοσία. Από αυτή τη σύγκριση γίνεται ξεκάθαρο αν εφαρμόστηκε η νέα φορολογική κλίμακα, ποια μείωση φόρου πέρασε και αν έχουν ενσωματωθεί οι πρόσθετες ελαφρύνσεις λόγω παιδιών.
Εάν από τη βεβαίωση προκύπτει ότι εφαρμόστηκε μόνο η γενική μείωση της παρακράτησης και όχι οι οικογενειακές ελαφρύνσεις, τότε το πρόβλημα δεν είναι η νομοθεσία, αλλά τα στοιχεία που διαθέτει το λογιστήριο.
Όσοι διαπίστωσαν ότι δεν έλαβαν την αναμενόμενη αύξηση, θα πρέπει να ακολουθήσουν δύο βήματα: Πρώτον, να ελέγξουν εάν έχουν δηλωθεί σωστά τα εξαρτώμενα τέκνα στο λογιστήριο του εργοδότη. Στις περισσότερες περιπτώσεις, απαιτείται η προσκόμιση ληξιαρχικής πράξης γέννησης ή πιστοποιητικού οικογενειακής κατάστασης, προκειμένου να ενημερωθεί ο μισθολογικός φάκελος. Δεύτερον, να ζητήσουν από το λογιστήριο να ενσωματώσει την αλλαγή στις επόμενες μισθοδοσίες. Ακόμη και αν η διόρθωση γίνει μετά τον Ιανουάριο, το όφελος δεν χάνεται, καθώς η μειωμένη παρακράτηση υπολογίζεται σε ετήσια βάση. Συνεπώς, τα επιπλέον ποσά θα «μοιραστούν» στους επόμενους μήνες.
Σε κάθε περίπτωση, το τελικό κέρδος θα αποτυπωθεί πλήρως με την εκκαθάριση της φορολογικής δήλωσης. Εάν, για οποιονδήποτε λόγο, δεν έχει δοθεί όλο το όφελος μέσω της μισθοδοσίας, αυτό θα συμψηφιστεί κατά την εκκαθάριση, μειώνοντας τον φόρο που αναλογεί ή αυξάνοντας την επιστροφή.
