Ο αγώνας αντοχής του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος: Πτώση συντάξεων και κίνδυνος φτώχειας
Η Ελλάδα πρωταθλήτρια στη μείωση των συντάξεων έως το 2070, με το μέλλον των ηλικιωμένων να διαγράφεται αβέβαιο.
Το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα, παρά τις ενδείξεις αντοχής, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ουσίας. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η Ελλάδα κατέχει την πρώτη θέση στην Ευρώπη όσον αφορά τη μείωση των συντάξεων για την περίοδο 2022–2070, με μια σωρευτική πτώση που αναμένεται να φτάσει το 23%. Αυτή η δημοσιονομική εξισορρόπηση, ωστόσο, εγείρει ένα κρίσιμο ερώτημα: θα επαρκούν οι μελλοντικές συντάξεις για να διασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης για τους ηλικιωμένους;
Η σταδιακή συρρίκνωση των συνταξιοδοτικών παροχών, ενώ εγγυάται τη βιωσιμότητα του συστήματος έως το 2070, ταυτόχρονα αποδυναμώνει την ικανότητά του να καλύπτει βασικές ανάγκες. Ο κίνδυνος οι συντάξεις να μην επαρκούν για την αποτροπή της φτώχειας στη τρίτη ηλικία έχει επισημανθεί επανειλημμένα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ως λύση, η Ευρωπαϊκή Ένωση προκρίνει την ενίσχυση των συμπληρωματικών συντάξεων μέσω επαγγελματικών ταμείων υποχρεωτικής ασφάλισης.
**Πόσα χρόνια εργασίας για κάθε χρόνο σύνταξης;**
Η ελληνική πραγματικότητα αντικατοπτρίζει την πίεση που δέχεται το σύστημα. Ο μέσος Έλληνας εργαζόμενος απασχολείται περίπου 41 χρόνια και λαμβάνει σύνταξη για 20,1 έτη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ageing Report 2024, το 2023 η μέση ηλικία συνταξιοδότησης ήταν τα 64 έτη, με το προσδόκιμο ζωής σε αυτή την ηλικία να ανέρχεται στα 20 έτη. Με απλά λόγια, ο μέσος ασφαλισμένος εργάζεται περίπου δύο χρόνια για κάθε χρόνο σύνταξης.
Μια παρόμοια εικόνα παρατηρείται και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2023 η μέση διάρκεια συνταξιοδότησης στην ΕΕ ήταν 21 έτη, ελαφρώς μειωμένη σε σχέση με το 2019 λόγω της πανδημίας. Ο μέσος εργασιακός βίος, ωστόσο, διαμορφώθηκε στα 41,3 έτη. Και στην Ευρώπη, λοιπόν, οι πολίτες εργάζονται κατά μέσο όρο δύο χρόνια για κάθε χρόνο σύνταξης.
Η διάρκεια της συνταξιοδότησης αποτελεί μόνο μία από τις τρεις βασικές παραμέτρους που καθορίζουν την επάρκεια των συνταξιοδοτικών παροχών. Οι άλλες δύο είναι εξίσου κρίσιμες.
**Προστασία από τη φτώχεια και επίπεδο διαβίωσης**
Όσον αφορά την προστασία από τη φτώχεια, στην Ελλάδα, το ποσοστό των ατόμων άνω των 65 ετών που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας αυξήθηκε από 19,3% το 2021 σε 23,3% το 2024, σημειώνοντας άνοδο περίπου 20% μέσα σε τέσσερα χρόνια.
Η δεύτερη κρίσιμη παράμετρος σχετίζεται με το επίπεδο διαβίωσης πριν και μετά τη συνταξιοδότηση, δηλαδή το κατά πόσο το εισόδημα μετά την έξοδο από την εργασία αντικαθιστά επαρκώς τον μισθό. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το μέσο εισόδημα των ατόμων άνω των 65 ετών ως ποσοστό του εισοδήματος των ηλικιών 18–64 μειώθηκε την περίοδο 2013–2023 από 91,5% σε 86,3%. Στην Ελλάδα, ωστόσο, το 2023 ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε στο 95,3%, υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και τρίτος υψηλότερος μετά το Λουξεμβούργο και την Ισπανία.
**Γιατί μειώνονται οι μελλοντικές συντάξεις**
Η υποχώρηση των μελλοντικών συντάξεων στη χώρα μας αποδίδεται σε δύο βασικούς παράγοντες. Ο πρώτος είναι η μείωση των συντελεστών αναπλήρωσης που θεσπίστηκαν με τους νόμους 4387/2016 και 4670/2020, σε σύγκριση με το προμνημονιακό καθεστώς. Ο δεύτερος και πιο καθοριστικός παράγοντας είναι η αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού των συντάξιμων αποδοχών. Αντί για τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας, λαμβάνεται πλέον υπόψη ο μέσος όρος ολόκληρου του εργασιακού βίου, με αναπροσαρμογή βάσει πληθωρισμού. Αυτή η μεταβολή, που εισήχθη με το πρώτο μνημόνιο, οδηγεί σε έμμεση μείωση των συντάξεων κατά περίπου 17%, υπονομεύοντας την επάρκεια των μελλοντικών παροχών.
Σύμφωνα με την ΕΚΤ, η συνταξιοδοτική δαπάνη στην Ελλάδα αναμένεται να μειωθεί από 14,5% του ΑΕΠ το 2022 στο 12% το 2070, την ώρα που ο μέσος όρος της ΕΕ-27 θα αυξηθεί από 11,4% σε 11,8%. Παρά τη γήρανση του πληθυσμού, το κόστος θα συγκρατηθεί μέσω της μείωσης των συντάξεων, της συρρίκνωσης του αριθμού των συνταξιούχων και της αύξησης των εργαζομένων έως τα 74 έτη. Χωρίς αυτές τις παρεμβάσεις, η συνταξιοδοτική δαπάνη θα εκτινασσόταν στο 21% του ΑΕΠ. Έτσι, το σύστημα θεωρείται μακροπρόθεσμα δημοσιονομικά βιώσιμο, αλλά κοινωνικά ανεπαρκές, μετακυλίοντας το κόστος της γήρανσης στους συνταξιούχους και υποβαθμίζοντας το βιοτικό τους επίπεδο.
