Ελλάδα και Κύπρος: Θετικές προοπτικές ανάπτυξης, αλλά και επίμονες εξωτερικές ανισορροπίες
Η S&P Global Ratings αξιολογεί τις οικονομικές προοπτικές των δύο χωρών για το 2026, επισημαίνοντας τη σύγκλιση με την ευρωζώνη, αλλά και τους παράγοντες που περιορίζουν περαιτέρω αναβαθμίσεις.
Η Ελλάδα και η Κύπρος εισέρχονται στο 2026 με θετικές προοπτικές ανάπτυξης, ωστόσο οι επίμονες εξωτερικές ανισορροπίες συνεχίζουν να αποτελούν τον βασικό περιοριστικό παράγοντα για περαιτέρω πιστοληπτικές αναβαθμίσεις. Αυτό διαπιστώνει η S&P Global Ratings, στην τελευταία ανάλυσή της για τις οικονομικές και πιστοληπτικές προοπτικές των δύο χωρών. Ο οίκος αξιολόγησης παρατηρεί σαφή σύγκλιση των αξιολογήσεων Ελλάδας και Κύπρου με τον μέσο όρο της ευρωζώνης, τονίζοντας όμως ότι οι εξωτερικές ευπάθειες παραμένουν κεντρικό ζήτημα.
Στο μακροοικονομικό επίπεδο, η εικόνα είναι ενθαρρυντική. Η S&P προβλέπει ότι τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος θα συνεχίσουν να επιδεικνύουν ρυθμούς μεγέθυνσης υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο τα επόμενα χρόνια. Συγκεκριμένα, για την Ελλάδα, η ανάπτυξη εκτιμάται στο 2,3% το 2026 και στο 2,0% το 2027. Για την Κύπρο, οι προβλέψεις είναι για 2,8% και 2,9% αντίστοιχα, σε αντίθεση με την ευρωζώνη που αναμένεται να κινηθεί κοντά στο 1,2%-1,4%. Η παραπάνω υπεραπόδοση, ιδιαίτερα για την Ελλάδα, αποδίδεται κυρίως στην αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, οι οποίοι αναμένεται να λειτουργήσουν ως αντιστάθμισμα στη σταδιακή μείωση των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων μετά το 2026.
Παράλληλα, η δημοσιονομική κατάσταση εμφανίζεται βελτιωμένη. Η S&P επισημαίνει ότι τόσο η Ελλάδα όσο και η Κύπρος επιτυγχάνουν ταχύτερη δημοσιονομική προσαρμογή σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Τα δημοσιονομικά ισοζύγια παρουσιάζουν σταθερή βελτίωση, ενώ τα χρέη ακολουθούν καθοδική πορεία. Στην περίπτωση της Ελλάδας, παρά το υψηλό απόθεμα χρέους σε σχέση με τους Ευρωπαίους εταίρους, το σημαντικό ταμειακό απόθεμα εξακολουθεί να παρέχει ισχυρό μαξιλάρι ασφαλείας. Για την Κύπρο, αν και ο ρόλος των δημοσιονομικών αποθεμάτων έχει περιοριστεί, ο οίκος δεν εντοπίζει άμεσο κίνδυνο για τη σταθερότητα.
Το κύριο σημείο προβληματισμού για την S&P εντοπίζεται στο εξωτερικό ισοζύγιο. Ελλάδα και Κύπρος συγκαταλέγονται στις χώρες της ευρωζώνης με τα υψηλότερα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών, μια τάση που αναμένεται να συνεχιστεί και την περίοδο 2026-2028. Στην Ελλάδα, το έλλειμμα συνδέεται εν μέρει με την αυξημένη εισαγωγική δραστηριότητα που συνοδεύει τις επενδύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης. Στην Κύπρο, η χρηματοδότηση του ελλείμματος έχει στραφεί προς τις άμεσες ξένες επενδύσεις. Παρά τις διαφοροποιήσεις, η S&P υπογραμμίζει ότι η εξάρτηση από εξωτερική χρηματοδότηση παραμένει δομική αδυναμία και στις δύο περιπτώσεις.
Ειδική αναφορά γίνεται και στο ενεργειακό σκέλος. Η υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενους υδρογονάνθρακες συνεχίζει να επιβαρύνει το εξωτερικό ισοζύγιο και των δύο χωρών, καθιστώντας τες ευάλωτες στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών ενέργειας. Η S&P αναγνωρίζει πρόοδο στη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών, κυρίως στην Ελλάδα, ωστόσο η ενεργειακή μετάβαση δεν έχει ακόμη φτάσει σε σημείο να μεταβάλει ουσιαστικά το εξωτερικό προφίλ.
Ο τουρισμός παραμένει ένας κρίσιμος μοχλός στήριξης της ανάπτυξης. Τα στοιχεία δείχνουν ότι τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο οι αφίξεις συνέχισαν να αυξάνονται το 2025. Στην Κύπρο, η κατάρρευση των αφίξεων από τη Ρωσία έχει οδηγήσει σε στροφή προς νέες αγορές, βελτιώνοντας τη γεωγραφική διασπορά, αλλά όχι εξαλείφοντας τη συνολική εξάρτηση από τον τουρισμό.
Σε επίπεδο πιστοληπτικής αξιολόγησης, η S&P επιβεβαιώνει τη σταθερή προοπτική για την Ελλάδα (BBB) και τη θετική προοπτική για την Κύπρο (A-). Η σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο θεωρείται πλέον δεδομένη. Ωστόσο, για περαιτέρω βελτίωση, απαιτείται διατηρήσιμη μείωση των εξωτερικών ανισορροπιών και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε μακροπρόθεσμους κινδύνους, όπως οι δημογραφικές πιέσεις και η κλιματική αλλαγή. Η S&P εκτιμά ότι Ελλάδα και Κύπρος εμφανίζονται σαφώς ισχυρότερες από ό,τι πριν από πέντε χρόνια, με καλύτερες αναπτυξιακές και δημοσιονομικές βάσεις. Η επόμενη φάση σύγκλισης με την ευρωζώνη θα κριθεί από την ικανότητα των δύο οικονομιών να περιορίσουν τα εξωτερικά τους ελλείμματα και να θωρακιστούν απέναντι σε εξωγενείς κραδασμούς.
