S&P Global Ratings: Θετικές προοπτικές για τις ελληνικές τράπεζες και την οικονομία
Αναβάθμιση των προοπτικών από σταθερές σε θετικές για Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς, με την S&P να προβλέπει ανάπτυξη και βελτιωμένες τραπεζικές επιδόσεις.
Ο διεθνής οίκος αξιολόγησης S&P Global Ratings προχώρησε σε αναβάθμιση των προοπτικών για τις ελληνικές τράπεζες Eurobank, Εθνική Τράπεζα και Τράπεζα Πειραιώς, μεταβάλλοντας τις από σταθερές σε θετικές. Η απόφαση αυτή υπογραμμίζει τη συνεχιζόμενη βελτίωση των πιστωτικών συνθηκών στην Ελλάδα, παρά τους υψηλότερους κινδύνους που ενδεχομένως παραμένουν σε σύγκριση με άλλες αγορές. Παράλληλα, ο οίκος επιβεβαίωσε τις μακροπρόθεσμες αξιολογήσεις, διατηρώντας τις Eurobank και Εθνική Τράπεζα στο BBB- και την Τράπεζα Πειραιώς στο BB+.
Σύμφωνα με την S&P, οι αισιόδοξες οικονομικές προοπτικές για την Ελλάδα συμβάλλουν στην ενίσχυση της ποιότητας του ενεργητικού των τραπεζών. Οι αναλυτές προβλέπουν ετήσια ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας κατά μέσο όρο 2,2% την περίοδο 2026-2027, με βασικούς μοχλούς τις επενδύσεις και την ιδιωτική κατανάλωση. Αναμένεται, ωστόσο, μια επιβράδυνση των ρυθμών καθώς η χρηματοδότηση μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης θα αρχίσει να μειώνεται.
Η δυναμική της οικονομίας έχει διαδραματίσει καίριο ρόλο στην προσπάθεια των τραπεζών να συγκλίνουν με τα ευρωπαϊκά πρότυπα όσον αφορά την ποιότητα του ενεργητικού τους. Ο οίκος κάνει λόγο για εντυπωσιακό ρυθμό βελτίωσης, με τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE) να καταγράφει πτώση στο 3,3% έως τις 30 Σεπτεμβρίου, από το εξαιρετικά υψηλό 51% στο τέλος του 2016.
Επιπλέον, η S&P κρίνει ως ενθαρρυντική την απόδοση του νέου δανεισμού από το 2018 και μετά. Τα νέα NPE παραμένουν περιορισμένα, ενώ το κόστος κινδύνου των τραπεζών μειώθηκε περίπου στις 50-60 μονάδες βάσης. Αυτό σηματοδοτεί μείωση της διάθεσης για ανάληψη κινδύνου από τις τράπεζες και βελτίωση των προτύπων αξιολόγησης.
Αναφορικά με τον εταιρικό δανεισμό, η S&P επισημαίνει ότι, παρά την επανεκκίνηση του δανεισμού και των επενδύσεων από τον εταιρικό τομέα, ο δείκτης εταιρικού χρέους προς το ΑΕΠ στη χώρα έχει υποχωρήσει σημαντικά στο 95% μέχρι το τέλος του προηγούμενου έτους. Αυτό τον καθιστά συγκρίσιμο με αυτόν της Ιταλίας και της Ισπανίας, και χαμηλότερο από της Μάλτας, της Πορτογαλίας και της Κύπρου. Ο οίκος προβλέπει περαιτέρω αύξηση του δανεισμού των ελληνικών επιχειρήσεων, κυρίως λόγω της έναρξης μεγάλων δημόσιων επενδύσεων που συνδέονται με την απορρόφηση κονδυλίων της ΕΕ, σε συνδυασμό με ένα πιο ευνοϊκό μακροοικονομικό περιβάλλον και υγιέστερους εταιρικούς ισολογισμούς.
Τα τελευταία δέκα χρόνια, οι οικονομικοί ισολογισμοί των ελληνικών νοικοκυριών και επιχειρήσεων έχουν παρουσιάσει σημαντική εξυγίανση. Οι επιχειρήσεις διαθέτουν ισχυρότερα αποθέματα ρευστότητας, ενώ τα νοικοκυριά επωφελούνται από την ιστορικά χαμηλή ανεργία και την αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Σχετικά με τα δάνεια ύψους 80 δισεκατομμυρίων ευρώ που έχουν μεταβιβαστεί σε servicers, η S&P αναγνωρίζει ότι, αν και δεν οδήγησε σε γενική βελτίωση των δεικτών μόχλευσης, παραμένει ένα σύνθετο ζήτημα. Ωστόσο, ο κίνδυνος που αντιπροσωπεύουν τα ευάλωτα άτομα για το τραπεζικό σύστημα χαρακτηρίζεται ως περιορισμένος.
Τέλος, όσον αφορά την αύξηση στις τιμές των ακινήτων, η S&P την χαρακτηρίζει ως διαχειρίσιμη. Οι τιμές των κατοικιών παρουσίασαν αύξηση 8% σε ετήσια βάση τον Σεπτέμβριο και περίπου 9% το 2024, ξεπερνώντας μόλις τα προ κρίσης 2008 υψηλά. Παρόλα αυτά, οι δείκτες προσιτότητας αρχίζουν να επιδεινώνονται, και ο οίκος θα παρακολουθεί στενά την πιθανή επίδραση αυτής της τάσης στους τομείς των κατασκευών και των ακινήτων, δεδομένης της πρόβλεψης για αύξηση των επενδύσεων και των στεγαστικών δανείων.
