Ο εξωδικαστικός μηχανισμός οφειλών: Λειτουργεί, αλλά με περιορισμούς
Ενώ χιλιάδες ρυθμίσεις επιτυγχάνονται, ένα σημαντικό μέρος των αιτήσεων απορρίπτεται ή "κολλάει" σε διάφορα στάδια.
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών έχει τεθεί σε λειτουργία, ωστόσο, όπως αποκαλύπτουν τα επίσημα στοιχεία, δεν αποτελεί πανάκεια για όλους τους δανειολήπτες. Παρόλο που έχουν επιτευχθεί δεκάδες χιλιάδες επιτυχημένες ρυθμίσεις, ένα σημαντικό ποσοστό των αιτήσεων δεν καταλήγει σε συμφωνία. Αυτό οφείλεται είτε στην απόρριψη των αιτήσεων είτε σε καθυστερήσεις κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
Συγκεκριμένα, για το 2025, καταγράφηκαν 50.710 επιτυχημένες ρυθμίσεις, καλύπτοντας οφειλές ύψους περίπου 15,7 δισεκατομμυρίων ευρώ. Αυτός ο αριθμός έρχεται σε αντίθεση με τις σωρευτικά πάνω από 120.000 αιτήσεις που έχουν υποβληθεί στο σύστημα.
Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση προόδου, οι πολυμερείς διαπραγματεύσεις παρουσιάζουν ποσοστό αποτυχίας περίπου 19%, ενώ οι διμερείς κινούνται στο 16%–17%. Αυτό σημαίνει ότι περίπου μία στις πέντε αιτήσεις που φτάνουν στο στάδιο της διαπραγμάτευσης δεν καταλήγει σε ρύθμιση, είτε λόγω απόρριψης από τους πιστωτές είτε λόγω απόσυρσης από τον ίδιο τον οφειλέτη. Οι αιτίες αυτής της αποτυχίας είναι ποικίλες και επαναλαμβανόμενες.
Ένας βασικός λόγος μη αποδοχής των προτάσεων από τους πιστωτές είναι η εκτίμηση ότι η προτεινόμενη ρύθμιση δεν είναι βιώσιμη, λαμβάνοντας υπόψη τα δηλωμένα εισοδήματα και το διαθέσιμο ποσό του οφειλέτη. Αν και δεν υπάρχει συγκεκριμένο ποσοστό αποκλειστικά για τη βιωσιμότητα, αυτή συγκαταλέγεται στις κύριες αιτίες απόρριψης, ειδικά όταν το εισόδημα δεν επαρκεί για την κάλυψη της δόσης.
Επιπλέον, ένας σημαντικός αριθμός αιτήσεων δεν φτάνει καν στο στάδιο της τελικής διαπραγμάτευσης. Πολλές αιτήσεις παραμένουν σε εκκρεμότητα λόγω ελλιπών στοιχείων, λανθασμένης καταγραφής των οφειλών ή ασυμφωνιών με τα δεδομένα της ΑΑΔΕ και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.
Είναι αξιοσημείωτο ότι ένα σημαντικό ποσοστό των αποτυχιών δεν οφείλεται σε απόρριψη από τους πιστωτές, αλλά στην επιλογή του ίδιου του αιτούντος. Περίπου το 16%–19% των αιτήσεων που φτάνουν σε στάδιο διαπραγμάτευσης αποσύρονται από τους οφειλέτες, κυρίως επειδή οι όροι της προτεινόμενης ρύθμισης κρίνονται μη αποδεκτοί.
Η ύπαρξη ενεργών ρυθμίσεων προς το Δημόσιο ή τον ΕΦΚΑ μπορεί επίσης να επηρεάσει την εξέλιξη του εξωδικαστικού μηχανισμού, καθιστώντας δυσχερέστερη την επίτευξη συμφωνίας.
Τέλος, οι υψηλές προσδοκίες για “κούρεμα” οφειλών, που ξεπερνούν τα προβλεπόμενα ποσοστά διαγραφής (περίπου 14% για το Δημόσιο και υψηλότερα, αλλά μεταβλητά, για ιδιώτες πιστωτές), μειώνουν τις πιθανότητες αποδοχής της ρύθμισης. Η διαφορετική στάση των πιστωτών, με διακυμάνσεις μεταξύ τραπεζών και servicers, επηρεάζει επίσης την τελική έκβαση.
Συνοψίζοντας, ο εξωδικαστικός μηχανισμός λειτουργεί, αλλά απαιτεί προσεκτική προετοιμασία, ρεαλιστικές προσδοκίες και πλήρη κατανόηση των διαθέσιμων δεδομένων πριν από την υποβολή της αίτησης.
