Η Ελλάδα στο κατώφλι της επενδυτικής βαθμίδας: Νέες αξιολογήσεις από διεθνείς οίκους τον Μάρτιο
Τρεις μεγάλοι οίκοι αξιολόγησης αναμένεται να ανακοινώσουν τις κρίσεις τους για την ελληνική οικονομία, με τον γερμανικό Scope να φαντάζει ως ο «πρωτοπόρος» για μια νέα αναβάθμιση.
Μετά την εντυπωσιακή επιτυχία της πρόσφατης εξόδου στις αγορές, η Ελλάδα στρέφει το βλέμμα της στον Μάρτιο, μήνα κατά τον οποίο αναμένεται να ξεκινήσει ο νέος κύκλος αξιολογήσεων της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας από τους κορυφαίους διεθνείς οίκους. Συγκεκριμένα, ο αμερικανικός Moody’s, ο καναδικός DBRS και ο γερμανικός Scope θα ανακοινώσουν τις εκτιμήσεις τους για την ελληνική οικονομία, με τον γερμανικό οίκο να εμφανίζεται ως ο πιθανότερος υποψήφιος για μια νέα αναβάθμιση. Μια τέτοια εξέλιξη θα φέρει την ελληνική οικονομία, για πρώτη φορά μετά την εποχή των μνημονίων, πολύ κοντά στην πολυπόθητη πρώτη επενδυτική βαθμίδα.
Ο οίκος Scope έχει ήδη τοποθετήσει την Ελλάδα στη βαθμίδα ΒΒΒ, διατηρώντας θετικές προοπτικές για την πιστοληπτική αξία της χώρας από τον περασμένο Νοέμβριο. Εάν προχωρήσει σε περαιτέρω θετική κίνηση, η Ελλάδα θα ανέβει στην κατηγορία ΒΒΒ+, ένα σκαλοπάτι πριν την κορυφαία επενδυτική βαθμίδα Α. Ωστόσο, δεν αποκλείεται η εν λόγω αναβάθμιση να γίνει στην δεύτερη προγραμματισμένη αξιολόγηση του οίκου για το 2026, τον Σεπτέμβριο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο γερμανικός οίκος Scope ήταν ο πρώτος που απένειμε επενδυτική βαθμίδα στην Ελλάδα το 2023, ενώ ήταν και ο πρώτος που προχώρησε σε αναβάθμιση εντός αυτής της κατηγορίας. Προς το παρόν, οι οίκοι S&P, Fitch και DBRS αξιολογούν την Ελλάδα με ΒΒΒ και σταθερές προοπτικές, ενώ ο Moody’s την κατατάσσει ένα επίπεδο χαμηλότερα, στο BBB-.
Οι αποφάσεις των ξένων οίκων, οι οποίες θα ξεκινήσουν τον Μάρτιο και θα ολοκληρωθούν τον Μάιο με την έκδοση ανακοινώσεων από την Standard & Poor’s (Απρίλιο) και την Fitch (Μάιο), θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την εικόνα των διεθνών αγορών για τις μελλοντικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.
Τα “κλειδιά” της αξιολόγησης
Ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, το δημοσιονομικό αποτέλεσμα και η ταχύτητα μείωσης του δημοσίου χρέους αποτελούν τους τρεις βασικούς παράγοντες που θα επηρεάσουν τις επερχόμενες αξιολογήσεις. Ο ρυθμός ανάπτυξης παραμένει σταθερά πάνω από το 2% (με πρόβλεψη για 2,4% το 2026), ξεπερνώντας κατά πολύ τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Το πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού, που υπερέβη τις προβλέψεις για το 2025 αγγίζοντας το 3,7% του ΑΕΠ, αναμένεται να διαμορφωθεί στο 2,8% του ΑΕΠ το 2026, με αρχικές προβλέψεις να δείχνουν ακόμη υψηλότερα ποσοστά. Παράλληλα, παρατηρείται σημαντική επιτάχυνση στην αποκλιμάκωση του δημοσίου χρέους, το οποίο προβλέπεται να μειωθεί από 145,9% του ΑΕΠ το 2025 στο 138,2% το 2026, με την προοπτική να πέσει κάτω από το 120% του ΑΕΠ (στο 119%) έως το 2029. Σε αυτή την προσπάθεια συμβάλλουν καθοριστικά οι πρόωρες αποπληρωμές χρέους, στρατηγική προτεραιότητα για το οικονομικό επιτελείο, με συνολικές εξοφλήσεις ύψους 8,8 δισ. ευρώ για το 2026.
Ψήφος εμπιστοσύνης από τις αγορές
Αυτή η θετική πορεία ενισχύει την αξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας στα μάτια των αγορών και των διεθνών οίκων, παρά τις επισημάνσεις τους για ανάγκες βελτίωσης σε κρίσιμους τομείς, όπως το ισοζύγιο πληρωμών και οι επενδύσεις. Η ισχυρή αυτή εικόνα αποτέλεσε τη βάση για την επιτυχημένη έξοδο στις αγορές με το 10ετές ομόλογο, όπου αντλήθηκαν 4 δισ. ευρώ έναντι προσφορών που ξεπέρασαν τα 51 δισ. ευρώ – ποσό που καλύπτει το ήμισυ του ετήσιου δανειακού προγράμματος της χώρας. Σύμφωνα με τον προγραμματισμό του ΟΔΔΗΧ, το πρώτο εξάμηνο του έτους θα πραγματοποιηθούν επανεκδόσεις τριών ομολόγων, τον Φεβρουάριο, τον Απρίλιο και τον Ιούνιο.
