Ευρωζώνη 2026: Ποιοι κινδυνεύουν με υποβάθμιση και ποιοι ελπίζουν σε αναβάθμιση
Αναλυτές της JP Morgan σκιαγραφούν το πιστωτικό τοπίο της Ευρωζώνης για το επόμενο έτος, με τον Βορρά υπό πίεση και τον Νότο να διεκδικεί τη θέση του.
Το 2026 αναμένεται να είναι μια κρίσιμη χρονιά για τους κρατικούς προϋπολογισμούς της Ευρωζώνης, διαμορφώνοντας ένα τοπίο όπου διακριτές χώρες θα βρεθούν αντιμέτωπες με διαφορετικές προκλήσεις και ευκαιρίες όσον αφορά τις πιστοληπτικές τους αξιολογήσεις. Η JP Morgan, στην ανάλυσή της, προεξοφλεί ότι ο Βορράς της Ευρώπης θα αντιμετωπίσει εντεινόμενες δημοσιονομικές πιέσεις, ενώ οι χώρες του Νότου θα συνεχίσουν να διεκδικούν και να εδραιώνουν την πιστοληπτική τους αξιοπιστία. Η αμερικανική τράπεζα εντοπίζει τρεις χώρες που βρίσκονται στο χείλος της υποβάθμισης και τέσσερις που διατηρούν ισχυρές πιθανότητες για αναβάθμιση.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις της JP Morgan, η Γαλλία, το Βέλγιο και η Αυστρία είναι οι χώρες που φέρουν τις υψηλότερες πιθανότητες να δουν την πιστοληπτική τους ικανότητα να υποχωρεί μέσα στο 2026. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι για κάθε μία από αυτές τις χώρες, υπάρχει περίπου 50% πιθανότητα να λάβει αρνητική αξιολόγηση από τουλάχιστον έναν από τους τρεις κορυφαίους οίκους αξιολόγησης: Moody’s, S&P Global Ratings ή Morningstar DBRS. Παρά τις εστίες ανησυχίας, η JP Morgan δεν αναμένει εκτεταμένες ανατροπές στο πιστοληπτικό τοπίο της Ευρωζώνης, υποδηλώνοντας ότι οι συνολικές μεταβολές θα παραμείνουν σχετικά περιορισμένες.
Η Γαλλία αναδεικνύεται ως η βασική πηγή ανησυχίας, με την JP Morgan να αποδίδει 50% πιθανότητα υποβάθμισης από τη Moody’s και 30% από τη DBRS. Οι λόγοι που επικαλείται η τράπεζα περιλαμβάνουν τις επίμονες δημοσιονομικές ανισορροπίες και τις δυσκολίες στην αποτελεσματική διαχείριση των δημοσίων δαπανών. Αντίστοιχη ανησυχητική εικόνα παρουσιάζει και το Βέλγιο, το οποίο, όπως και η Γαλλία, διατηρεί δημόσιο χρέος που υπερβαίνει το 100% του ΑΕΠ. Οι πιθανότητες υποβάθμισης από Moody’s και S&P για το Βέλγιο τοποθετούνται επίσης στο 50%, επιτείνοντας τις ανησυχίες για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημοσιονομικών του δεικτών.
Η Αυστρία, παρότι παραδοσιακά αντιμετωπίζεται ως πιο ανθεκτική, δεν εξαιρείται από τους κινδύνους. Η JP Morgan εκτιμά ότι υπάρχει 50% πιθανότητα υποβάθμισης από Moody’s και DBRS, ενώ η πιθανότητα από την S&P ανέρχεται στο 20%. Ακόμη και η Φινλανδία, αν και με χαμηλότερους κινδύνους, δεν είναι εντελώς εκτός κινδύνου, με πιθανότητες 20% για υποβάθμιση από Moody’s και S&P.
Αντίθετα, η εικόνα που διαγράφεται για τις χώρες της νότιας Ευρώπης είναι σημαντικά πιο αισιόδοξη. Η JP Morgan θεωρεί ότι η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Ισπανία έχουν “καλές πιθανότητες” να λάβουν αναβάθμιση από τη Moody’s, είτε μέσω βελτίωσης της υφιστάμενης αξιολόγησης είτε μέσω αναθεώρησης των προοπτικών τους. Η Ελλάδα, ειδικότερα, συνεχίζει να επωφελείται από τη σταθερή βελτίωση των δημοσιονομικών της επιδόσεων και της γενικότερης οικονομικής σταθερότητας, ενισχύοντας την προσπάθεια αποκατάστασης της πιστοληπτικής της εικόνας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της Ιταλίας. Μετά από μια σειρά αναβαθμίσεων από τέσσερις οίκους πέρυσι, συμπεριλαμβανομένης της Moody’s που προχώρησε σε αναβάθμιση για πρώτη φορά από το 2002, η JP Morgan αποδίδει 30% πιθανότητα για περαιτέρω αναβάθμιση από τη Moody’s το 2026. Ωστόσο, δεν αναμένονται αντίστοιχες κινήσεις από τους υπόλοιπους οίκους αξιολόγησης. Συνολικά, το σκηνικό που διαμορφώνεται είναι αυτό μιας Ευρωζώνης που κινείται σε δύο ταχύτητες: όπου ο δημοσιονομικός πυρήνας δοκιμάζεται, ενώ ο ευρωπαϊκός Νότος επιδιώκει και κατακτά περαιτέρω βήματα ανάκτησης της αξιοπιστίας του στις διεθνείς αγορές.
