Η ποδοσφαιρίστρια Ζάχρα Αζαντπούρ, θύμα της καταστολής στο Ιράν
Η 27χρονη αθλήτρια έχασε τη ζωή της από πυρά κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, αναδεικνύοντας την αντίσταση των γυναικών αθλητριών σε ένα καταπιεστικό καθεστώς.
Ο τραγικός θάνατος της Ζάχρα Αζαντπούρ προσθέτει ένα ακόμη βαρύ όνομα στον κατάλογο των θυμάτων της βίαιης καταστολής που πλήττει τις διαδηλώσεις στο Ιράν. Η 27χρονη ποδοσφαιρίστρια, γνωστή για τη συμμετοχή της στη γυναικεία Λίγκα, βρήκε φρικτό θάνατο από τις σφαίρες των δυνάμεων ασφαλείας της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Το περιστατικό συνέβη κατά τη διάρκεια των σφοδρών συγκρούσεων που ξέσπασαν στην Καράτζ, μια πόλη που βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της Τεχεράνης.
Η Ζάχρα Αζαντπούρ ήταν αναγνωρισμένη στον αθλητικό χώρο, αγωνιζόμενη με την ομάδα Μεχρεγκάν Παρντίς της Τεχεράνης, ενώ στο παρελθόν είχε φορέσει τις φανέλες των Αζαράχς και Σάμπα. Η πορεία της την είχε οδηγήσει και σε προπονητικά καμπ της εθνικής ομάδας γυναικών του Ιράν. Εκτός γηπέδων, η Αζαντπούρ διακρινόταν και ως έμπειρη ορειβάτισσα, έχοντας κατακτήσει επιβλητικές κορυφές όπως το όρος Νταμαβάντ και το Σπιλέτ.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μετέφερε ο Ιρανός αθλητικός δημοσιογράφος Μοτζτάμπα Πουρμπάχς, η σορός της Ζάχρα Αζαντπούρ παραδόθηκε στην οικογένειά της τρεις ημέρες μετά τη δολοφονία της. Η κηδεία της τελέστηκε στο Ισλαμσάχρ, την πόλη όπου μεγάλωσε.
Για πολλές γυναίκες αθλήτριες στο Ιράν, η ίδια η ενασχόληση με τον αθλητισμό αποτελεί μια μορφή αντίστασης απέναντι στο καταπιεστικό καθεστώς. Η καταπίεση των γυναικών στον αθλητισμό στη χώρα αυτή είναι βαθιά ριζωμένη, τόσο σε επίπεδο νοοτροπίας όσο και σε θεσμικό επίπεδο. Οι αθλήτριες υποχρεούνται να αγωνίζονται κάτω από ένα αυστηρό πλαίσιο κανόνων, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την υποχρεωτική χρήση του χιτζάμπ τόσο στις προπονήσεις όσο και στους αγώνες.
Επιπλέον, ο γυναικείος αθλητισμός στη χώρα υποφέρει από σοβαρή υποχρηματοδότηση. Πολλές ομάδες στερούνται ακόμη και βασικών υποδομών, ιατρικής υποστήριξης και σταθερών αμοιβών, με αποτέλεσμα οι αθλήτριες να αναγκάζονται να καλύπτουν οι ίδιες τα έξοδα συμμετοχής τους. Οι περιορισμοί στην παρουσία θεατών στους αγώνες και η ελάχιστη έως ανύπαρκτη προβολή των αθλημάτων τους από τα κρατικά μέσα ενημέρωσης, τις καθιστούν ακόμη πιο «αόρατες» στην κοινή γνώμη.
