Ενημέρωση με ένα κλικ

Ο κίνδυνος παραπλανητικής αξιολόγησης των δήμων από τα νέα οικονομικά συστήματα

Το σύστημα δεικτών του Υπουργείου Εσωτερικών, αν και επιδιώκει διαφάνεια, μπορεί να τιμωρεί τους ενεργούς δήμους και να ευνοεί τη στασιμότητα.

Το Υπουργείο Εσωτερικών παρουσίασε πρόσφατα ένα νέο σύστημα οικονομικών δεικτών με στόχο την αξιολόγηση της επίδοσης των δήμων. Ενώ η προσπάθεια για ένα πλαίσιο σύγκρισης και αποτίμησης της οικονομικής διαχείρισης των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) είναι καλοδεχούμενη, καθώς η διαφάνεια και η λογοδοσία είναι θεμελιώδεις για την ορθή λειτουργία της αυτοδιοίκησης, η υιοθετηθείσα μεθοδολογία φαίνεται να δημιουργεί σοβαρές στρεβλώσεις. Τα συμπεράσματα που προκύπτουν, σε πολλές περιπτώσεις, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική οικονομική κατάσταση ή την αποτελεσματικότητα ενός δήμου, ειδικά όταν οι δείκτες απευθύνονται σε πολίτες χωρίς ειδικές γνώσεις.

Η βασική προβληματική εντοπίζεται στο ότι το σύστημα αξιολόγησης φαίνεται να τιμωρεί τους δήμους που είναι πιο δραστήριοι και υλοποιούν περισσότερα έργα, ενώ ταυτόχρονα ευνοεί εκείνους που λειτουργούν με περιορισμένη αναπτυξιακή δράση.

**Το ζήτημα της «οικονομικής αυτονομίας»**

Ένας από τους κεντρικούς δείκτες είναι ο βαθμός οικονομικής ανεξαρτησίας, ο οποίος μετρά το ποσοστό των δαπανών που καλύπτεται από ίδια έσοδα, όπως δημοτικά τέλη και φόροι. Θεωρητικά, ο δείκτης αυτός είναι λογικός, καθώς αποτυπώνει την εξάρτηση ενός δήμου από κρατικούς πόρους. Ωστόσο, στην πράξη, προκαλείται σοβαρή στρέβλωση. Οι δήμοι που επιτυγχάνουν να εξασφαλίσουν σημαντικές χρηματοδοτήσεις από ευρωπαϊκά προγράμματα, το Ταμείο Ανάκαμψης, το ΕΣΠΑ ή άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία, εμφανίζονται ως λιγότερο «αυτόνομοι» οικονομικά. Αυτό συμβαίνει επειδή αυξάνεται το ποσοστό των εξωτερικών πόρων στον προϋπολογισμό τους. Συνεπώς, ένας δήμος που προσελκύει πόρους για υποδομές, αναπλάσεις, ενεργειακές παρεμβάσεις ή κοινωνικές δράσεις, βαθμολογείται χειρότερα από έναν δήμο που δεν υλοποιεί αντίστοιχα έργα και βασίζεται κυρίως στα δημοτικά τέλη. Αυτή η αξιολόγηση οδηγεί στο παράδοξο να παρουσιάζονται ως πιο «υγιείς» οικονομικά δήμοι που δεν αξιοποιούν επενδυτικά προγράμματα και προτιμούν την ευκολία της φορολόγησης των πολιτών τους.

**Δήμοι με πολλά έργα εμφανίζονται ως «αναποτελεσματικοί»**

Ένας δεύτερος προβληματικός δείκτης είναι ο βαθμός εκτέλεσης του ετήσιου προϋπολογισμού δαπανών, ο οποίος συγκρίνει τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες με τις προϋπολογισθείσες. Σύμφωνα με τη λογική του δείκτη, χαμηλό ποσοστό εκτέλεσης υποδηλώνει μη ρεαλιστικό προϋπολογισμό ή αδυναμία υλοποίησης δαπανών. Ωστόσο, οι δήμοι που υλοποιούν πολλά έργα, ειδικά μέσω επενδυτικών προγραμμάτων, έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίζουν χαμηλότερο ποσοστό εκτέλεσης, ειδικά όταν η απεικόνιση γίνεται σε ένα μοναδικό οικονομικό έτος. Αυτό οφείλεται στο ότι τα έργα είναι συχνά πολυετή, οι διαγωνιστικές διαδικασίες καθυστερούν, ενδέχεται να υπάρξουν ενστάσεις, οι πληρωμές γίνονται σταδιακά, και οι τεχνικές διαδικασίες μεταφέρουν δαπάνες σε επόμενα οικονομικά έτη. Έτσι, ένας δήμος με υψηλή αναπτυξιακή δραστηριότητα μπορεί να εμφανίζεται λιγότερο αποτελεσματικός από έναν δήμο με περιορισμένο πρόγραμμα έργων.

**Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις χρειάζονται ανάλυση στο μέγεθός τους**

Στους δείκτες περιλαμβάνεται και το ύψος των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων προς τρίτους, καθώς και η σχέση τους με τον ετήσιο προϋπολογισμό. Η ύπαρξη απλήρωτων υποχρεώσεων είναι πράγματι σημαντικός δείκτης οικονομικής διαχείρισης. Ωστόσο, η αξιολόγηση με βάση το απόλυτο ποσό μπορεί να οδηγήσει σε παραπλανητικά συμπεράσματα. Ένας μεγάλος δήμος με προϋπολογισμό εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ αναμένεται λογικά να εμφανίζει μεγαλύτερο ύψος υποχρεώσεων σε σχέση με έναν μικρό δήμο. Η αξιολόγηση, επομένως, θα πρέπει να γίνεται σε συνάρτηση με το συνολικό οικονομικό μέγεθος του δήμου και όχι μόνο με βάση ένα απόλυτο νούμερο.

**Ο προβληματικός δείκτης λειτουργικών δαπανών ανά κάτοικο**

Ένας ακόμη δείκτης που δημιουργεί στρεβλώσεις είναι το ύψος του ετήσιου προϋπολογισμού λειτουργικών δαπανών ανά κάτοικο. Οι λειτουργικές δαπάνες περιλαμβάνουν έξοδα για τη λειτουργία των υπηρεσιών, τη συντήρηση υποδομών και την καθημερινή εξυπηρέτηση των δημοτών. Ο δείκτης υποδηλώνει ότι όσο μεγαλύτερες είναι αυτές οι δαπάνες ανά κάτοικο, τόσο περισσότερο ο δήμος δαπανά πόρους για λειτουργία σε βάρος των επενδύσεων. Ωστόσο, αυτή η αξιολόγηση δεν είναι ορθή σε απόλυτο μέγεθος, διότι η πραγματική εικόνα εξαρτάται από το ύψος των επενδυτικών δαπανών ανά κάτοικο. Ένας δήμος μπορεί να εμφανίζει υψηλές λειτουργικές δαπάνες ανά κάτοικο, αλλά ταυτόχρονα να υλοποιεί και πολύ υψηλές επενδύσεις σε έργα υποδομών, αναπλάσεις ή εξοπλισμό. Αντίθετα, ένας δήμος με χαμηλές λειτουργικές δαπάνες δεν σημαίνει απαραίτητα ότι επενδύει περισσότερο. Επιπλέον, ο δείκτης αδικεί τους μη τουριστικούς δήμους, καθώς οι τουριστικοί έχουν εκ φύσεως πολύ μεγαλύτερα έσοδα από τέλη παρεπιδημούντων κ.λπ. Επομένως, ο δείκτης θα είχε μεγαλύτερη αξία αν εξεταζόταν σε σχέση με τις επενδυτικές δαπάνες και όχι ως απομονωμένο απόλυτο νούμερο.

**Οι δείκτες για τις απευθείας αναθέσεις**

Το σύστημα αξιολόγησης περιλαμβάνει επίσης δείκτες που αφορούν τις δημόσιες συμβάσεις, όπως το ποσοστό συμβάσεων με απευθείας ανάθεση, η συνολική αξία αυτών των συμβάσεων και η μέση αξία τους. Η προσπάθεια περιορισμού των απευθείας αναθέσεων είναι εύλογη, καθώς οι ανοικτές διαδικασίες ενισχύουν τον ανταγωνισμό και τη διαφάνεια. Ωστόσο, η απλή ποσοτική καταγραφή δεν λαμβάνει πάντα υπόψη τις πραγματικές ανάγκες λειτουργίας των δήμων. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι απευθείας αναθέσεις χρησιμοποιούνται για μικρές ή επείγουσες ανάγκες, όπου μια χρονοβόρα διαγωνιστική διαδικασία θα καθυστερούσε σημαντικά την παροχή υπηρεσιών προς τους πολίτες. Είναι δυνατόν να συγκρίνουμε πυρόπληκτες ή σεισμόπληκτες περιοχές με τις υπόλοιπες;

**Η ανάγκη για πιο ουσιαστικούς δείκτες**

Το βασικό πρόβλημα του συστήματος είναι ότι αξιολογεί κυρίως λογιστικά μεγέθη και όχι την πραγματική αποτελεσματικότητα των δήμων. Δεν αποτυπώνονται επαρκώς παράγοντες όπως η ικανότητα προσέλκυσης χρηματοδοτήσεων, η απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων, η υλοποίηση έργων υποδομής και η ποιότητα των υπηρεσιών προς τους πολίτες. Με αυτόν τον τρόπο, δημιουργείται ένα σύστημα που μπορεί να ευνοεί δήμους με χαμηλή δραστηριότητα και να υποβαθμίζει την προσπάθεια δήμων που επενδύουν και υλοποιούν μεγάλα έργα. Το κυριότερο είναι ότι δίνει λανθασμένη εικόνα και στις ίδιες τις δημοτικές αρχές, εμποδίζοντας την ουσιαστική βελτίωση.

**Συμπέρασμα**

Η καθιέρωση οικονομικών δεικτών για την αξιολόγηση των δήμων αποτελεί μια θετική πρωτοβουλία για τη διαφάνεια και τη λογοδοσία στην τοπική αυτοδιοίκηση. Ωστόσο, η συγκεκριμένη μεθοδολογία χρήζει σημαντικής βελτίωσης. Οι δείκτες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το πραγματικό οικονομικό μέγεθος κάθε δήμου, τη δραστηριότητα σε έργα και επενδύσεις, καθώς και την ικανότητα αξιοποίησης χρηματοδοτικών εργαλείων. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί ένα σύστημα αξιολόγησης που τιμωρεί τους ενεργούς δήμους και επιβραβεύει τη στασιμότητα, οδηγώντας σε στρεβλή εικόνα για την οικονομική διαχείριση της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Βλέπε άρθρο: Δημοσίευση στοιχείων και δεικτών επιδόσεων Δήμων έτους 2024

Get real time updates directly on you device, subscribe now.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει
WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com