Το Δίκτυο Πράσινων Αυτοδιοικητικών επικρίνει το Σχέδιο για την Ενεργειακή Ένδεια
Ανεπαρκές χαρακτηρίζεται το νέο σχέδιο δράσης, με το Δίκτυο να ζητά ουσιαστική ενδυνάμωση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και σταθερή χρηματοδότηση.
Το Δίκτυο Πράσινων Αυτοδιοικητικών κατέθεσε μια αιχμηρή και τεκμηριωμένη παρέμβαση σχετικά με το Επικαιροποιημένο Σχέδιο Δράσης για την Καταπολέμηση της Ενεργειακής Ένδειας. Παρά τη θεσμική του σημασία, το δίκτυο επισημαίνει ότι το σχέδιο παραμένει ουσιαστικά ανεπαρκές, καθώς η ενεργειακή ένδεια έχει λάβει πλέον δομικές διαστάσεις, επηρεάζοντας ευρύτατα στρώματα της κοινωνίας.
Στην ανακοίνωσή του, το Δίκτυο τονίζει ότι το υφιστάμενο σχέδιο αποτυγχάνει να ενδυναμώσει ουσιαστικά την Τοπική Αυτοδιοίκηση, να εξασφαλίσει σταθερή χρηματοδότηση και να συνδέσει αποτελεσματικά την κοινωνική πολιτική με την κλιματική κρίση. Οι παρατηρήσεις και οι προτάσεις που διατυπώνονται εστιάζουν στην ανάγκη για αποκέντρωση, συμμετοχή και κοινωνική δικαιοσύνη στην ενεργειακή μετάβαση.
Αν και αναγνωρίζει την αναγκαιότητα του Σχεδίου Δράσης ως πολιτική αναγνώριση ενός διευρυνόμενου κοινωνικού προβλήματος, το Δίκτυο Πράσινων Αυτοδιοικητικών επισημαίνει σοβαρές δομικές αδυναμίες, ιδίως ως προς τον ρόλο, τα μέσα και την πραγματική ενδυνάμωση της Τοπικής και Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης.
Συγκεκριμένα, το δίκτυο επικρίνει την ασαφή και μη δεσμευτική αναγνώριση του ρόλου των Δήμων. Παρότι οι δήμοι καλούνται να χαρτογραφήσουν ευάλωτα νοικοκυριά, να ενημερώνουν τους πολίτες και να συμβάλλουν σε προγράμματα ενεργειακής αναβάθμισης, δεν τους αποδίδονται συγκεκριμένοι πόροι, ούτε θεσπίζεται υποχρεωτική συμμετοχή τους στον σχεδιασμό ή θεσμικός μηχανισμός λογοδοσίας. Αυτή η κατάσταση αναμένεται να καταστήσει τους δήμους «εκτελεστικούς παρατηρητές» και όχι ισότιμους συνδιαμορφωτές της πολιτικής.
Επιπλέον, διαπιστώνεται έλλειψη σταθερής χρηματοδότησης σε τοπικό επίπεδο. Το Σχέδιο Δράσης παραπέμπει γενικά σε εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους, χωρίς να προβλέπει σταθερή χρηματοδοτική γραμμή για δράσεις καταπολέμησης της ενεργειακής ένδειας σε επίπεδο δήμων, δεσμευμένα κονδύλια ανά δήμο ή περιφέρεια, ή μηχανισμό αναδιανομής υπέρ των πιο ενεργειακά ευάλωτων περιοχών. Αυτό ενισχύει τις ανισότητες και μετατρέπει την ενεργειακή πολιτική σε ζήτημα «διοικητικής τύχης» και όχι κοινωνικού δικαιώματος.
Μια σοβαρή παράλειψη, κατά το Δίκτυο, είναι η απουσία υποχρεωτικών τοπικών σχεδίων ενεργειακής ένδειας από τους δήμους, καθώς και η μη σύνδεσή τους με τα Τοπικά Σχέδια Κλιματικής Προσαρμογώγης και Βιωσιμότητας. Χωρίς τοπικά σχέδια, οι παρεμβάσεις παραμένουν αποσπασματικές και δεν λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περιοχής.
Το Σχέδιο Δράσης αντιμετωπίζει την ενεργειακή ένδεια κυρίως ως κοινωνικό και οικονομικό πρόβλημα, υποβαθμίζοντας τη βαθιά του σύνδεση με την κλιματική αλλαγή, την αστική θερμική επιβάρυνση και την ενεργειακή σπατάλη του κτιριακού αποθέματος. Δεν προβλέπονται επαρκώς παρεμβάσεις αστικής κλίμακας ή συνδυασμένες λύσεις κοινωνικής πολιτικής και περιβαλλοντικού σχεδιασμού.
Τέλος, το Δίκτυο επισημαίνει την περιορισμένη αξιοποίηση των Ενεργειακών Κοινοτήτων, καθώς και το έλλειμμα συμμετοχής και κοινωνικού ελέγχου, καθώς δεν προβλέπεται διαβούλευση σε τοπικό επίπεδο ούτε ενισχύεται η συμμετοχή κοινωνικών φορέων και πολιτών.
Το Δίκτυο Πράσινων Αυτοδιοικητικών προτείνει τη θεσμοθέτηση Τοπικών Σχεδίων Καταπολέμησης της Ενεργειακής Ένδειας με υποχρεωτική χρηματοδότηση, τη δημιουργία μόνιμου χρηματοδοτικού εργαλείου για τους δήμους, την υποχρεωτική ένταξη της ενεργειακής ένδειας στα Τοπικά και Περιφερειακά Κλιματικά Σχέδια, την ενίσχυση των Δημοτικών Ενεργειακών Κοινοτήτων, καθώς και συμμετοχικές διαδικασίες με μετρήσιμους δείκτες αποτελεσματικότητας και ανοιχτά δεδομένα.
Καταλήγοντας, το Δίκτυο υποστηρίζει ότι το Επικαιροποιημένο Σχέδιο Δράσης, αν και αναγκαίο, είναι ανεπαρκές. Χωρίς ουσιαστική αποκέντρωση, σταθερή χρηματοδότηση και ενεργό ρόλο της Αυτοδιοίκησης, κινδυνεύει να παραμείνει ένα στρατηγικό κείμενο χωρίς πραγματικό κοινωνικό αποτύπωμα, ενώ η ενεργειακή ένδεια είναι ζήτημα δικαιώματος, αξιοπρέπειας και τοπικής δημοκρατίας.
