Η εικονική «αυτοκρατορία» του λαθρεμπορίου καυσίμων: Πώς το μαύρο χρήμα «νομιμοποιείται»
Ένα πολύπλοκο σύστημα εικονικών εταιρειών και τιμολογίων στερεί δισεκατομμύρια από το Δημόσιο, αλλοιώνει τον ανταγωνισμό και επιβαρύνει τους καταναλωτές.
Μια επικερδής δραστηριότητα εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ εξελίσσεται στο παρασκήνιο της διακίνησης καυσίμων, εκμεταλλευόμενη ένα σύστημα συναλλαγών που επιτρέπει σε ένα μέρος της αγοράς να λειτουργεί με διαφορετικούς κανόνες. Όσο η τιμή της βενζίνης παραμένει πάνω από τα 2 ευρώ το λίτρο και η ενεργειακή κρίση, που πυροδοτείται από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, διατηρεί τις τιμές σε υψηλά επίπεδα, τόσο αυξάνεται το περιθώριο κέρδους αυτής της παράλληλης δραστηριότητας.
Στην ουσία, δημιουργείται ένα ιδιότυπο προνόμιο μη καταβολής φόρων, το οποίο στερεί από το Δημόσιο από 300 έως 500 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, με τον συνολικό λογαριασμό να εκτιμάται ότι μπορεί να φτάνει ακόμη και το 1 δισεκατομμύριο ευρώ. Μια καλοστημένη μηχανή παραγωγής «μαύρου χρήματος», με εταιρείες-βιτρίνες, εικονικά τιμολόγια και καύσιμα που αλλάζουν «ταυτότητα» στη διαδρομή, φαίνεται να βρίσκεται πίσω από ένα μεγάλο μέρος του λαθρεμπορίου πετρελαίου στη χώρα. Το μοντέλο, αν και όχι νέο, έχει εξελιχθεί σε τέτοιον βαθμό ώστε να λειτουργεί σχεδόν αόρατα, μετατρέποντας το παράνομο καύσιμο σε προϊόν που εμφανίζεται απολύτως νόμιμο, με πλήρη παραστατικά και καθαρή διαδρομή στην αγορά.
**Εταιρείες στα χαρτιά**
Στην πράξη, πρόκειται για μια αλυσίδα εταιρειών που δεν έχουν πραγματική δραστηριότητα, αλλά μόνο «χαρτιά». Οι εταιρείες αυτές εμφανίζονται να αγοράζουν και να πωλούν καύσιμα μεταξύ τους, δημιουργώντας μια τεχνητή ροή συναλλαγών. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν αγοράζουν τίποτε, απλώς εκδίδουν τιμολόγια. Έτσι, το λαθραίο καύσιμο αποκτά νόμιμα έγγραφα και, κατά συνέπεια, πρόσβαση στην αγορά, σαν να είχε περάσει από όλες τις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Χαρακτηριστική είναι μια πρόσφατη υπόθεση που εντόπισαν οι ελεγκτικές αρχές. Τρεις εικονικές επιχειρήσεις εμφανίζονταν να πραγματοποιούν πωλήσεις καυσίμων χωρίς να έχουν καταγράψει αντίστοιχες αγορές, με τζίρους που έφταναν τα 3,2 εκατομμύρια ευρώ η καθεμία. Μία ακόμη εταιρεία εμφανιζόταν να διακινεί περίπου 0,7 εκατομμύρια ευρώ. Οι συναλλαγές αυτές μεταφέρονταν στη συνέχεια μέσω ενδιάμεσων εταιρειών που δήλωναν πωλήσεις 1,9 εκατομμυρίων ευρώ χωρίς πραγματικές αγορές, ενώ επιπλέον 6,4 εκατομμύρια ευρώ «φουσκώνονταν» μέσω εικονικών τιμολογίων.
Με αυτό τον τρόπο δημιουργείται μια πλήρης αλυσίδα νομιμοποίησης. Στο επόμενο στάδιο, τα καύσιμα καταλήγουν σε εμπορική επιχείρηση που λειτουργεί ως κεντρικός αποθηκευτής. Εκεί εμφανίζονται πωλήσεις ύψους 8,3 εκατομμυρίων ευρώ και επιπλέον 0,7 εκατομμυρίων ευρώ, προτού τα καύσιμα φορτωθούν σε βυτιοφόρα και διοχετευτούν στην αγορά. Σε αυτό το σημείο, το προϊόν έχει αποκτήσει πλήρη παραστατικά και μπορεί να διατεθεί σε πρατήρια ή επιχειρήσεις σαν να είναι απολύτως νόμιμο.
Το οικονομικό αποτύπωμα μιας μόνο τέτοιας υπόθεσης είναι αποκαλυπτικό: καύσιμα αξίας περίπου 9 εκατομμυρίων ευρώ διακινήθηκαν με αυτό το μοντέλο, ενώ οι διαφυγόντες φόροι και δασμοί ξεπέρασαν τα 2,7 εκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο, το πραγματικό μέγεθος του φαινομένου είναι πολλαπλάσιο. Εκτιμήσεις ανεβάζουν τις ετήσιες απώλειες για το Δημόσιο από το λαθρεμπόριο καυσίμων από 300 έως 500 εκατομμύρια ευρώ, ενώ δεν λείπουν και αυτοί που μιλούν ακόμη και για 800 εκατομμύρια ή και 1 δισεκατομμύριο ευρώ τον χρόνο.
**Αθέμιτος ανταγωνισμός**
Το πρόβλημα, όμως, δεν περιορίζεται στα δημόσια έσοδα. Η λειτουργία αυτών των πρακτικών δημιουργεί συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού για τις νόμιμες επιχειρήσεις του κλάδου, οι οποίες καλούνται να ανταγωνιστούν τιμές που δεν μπορούν να εξηγήσουν. Δεν είναι τυχαίο ότι στην αγορά εμφανίζονται πρατήρια που πωλούν καύσιμα σε τιμές χαμηλότερες ακόμη και από το κόστος εξόδου από τα διυλιστήρια.
Οι συνέπειες φτάνουν και στον καταναλωτή. Υπολογίζεται ότι οι οδηγοί επιβαρύνονται με κόστος που φτάνει στα 120-200 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, είτε λόγω νοθείας είτε λόγω χαμηλότερης ποιότητας καυσίμου που προκαλεί φθορές στα οχήματα. Παράλληλα, οι νόμιμες επιχειρήσεις χάνουν πάνω από 20 εκατομμύρια ευρώ τον χρόνο, με ευρύτερες επιπτώσεις στην απασχόληση και τη λειτουργία της αγοράς.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται και η αποτελεσματικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών. Το σύστημα εισροών – εκροών, που θεσπίστηκε το 2010, κόστισε πάνω από 200 εκατομμύρια ευρώ για να εγκατασταθεί, αλλά εξακολουθεί να μη λειτουργεί όπως είχε σχεδιαστεί. Σε πολλές περιπτώσεις παραμένει ανενεργό ή παρακάμπτεται, ενώ υπάρχουν καταγγελίες ότι ακόμη και όπου λειτουργεί γίνονται παρεμβάσεις στο λογισμικό που αλλοιώνουν τα δεδομένα.