Το Ερλάνγκεν πρωτοπορεί στην πολυθρησκειότητα: Νέοι ναοί και αυξανόμενες κοινότητες
Η βαυαρική πόλη γίνεται σημείο αναφοράς για την συνύπαρξη, καθώς προετοιμάζεται η κατασκευή νέων χώρων λατρείας για Εβραίους, Μουσουλμάνους, Ινδουιστές και Κόπτες Χριστιανούς, ενώ οι παραδοσιακές εκκλησίες συρρικνώνονται.
Το Ερλάνγκεν, μια πόλη 119.000 κατοίκων γνωστή για το πανεπιστήμιό της, κοντά στη Νυρεμβέργη, αναδεικνύεται σε παράδειγμα πολυπολιτισμικότητας και θρησκευτικής αρμονίας. Οι θρησκευτικές κοινότητες στην πόλη είναι ιδιαίτερα δραστήριες, με προετοιμασίες να έχουν ήδη ξεκινήσει για την κατασκευή μιας νέας Συναγωγής, ενώ η κυβέρνηση της Βαυαρίας έχει παραχωρήσει ένα οικόπεδο κοντά στο πανεπιστήμιο. Παράλληλα, τα δύο μεγάλα μουσουλμανικά τεμένη της πόλης σχεδιάζουν επεκτάσεις, ενώ σε προάστειο του Ερλάνγκεν πρόκειται να ξεκινήσει η κατασκευή ενός ινδουϊστικού τεμένους.
Η Σίλβια Κλάιν, υπεύθυνη της Δημοτικής Αρχής για θέματα πολυπολιτισμικότητας και ίσων ευκαιριών, υπογραμμίζει τη σημασία της πολυμορφίας και της πολυγλωσσίας. Όπως ανέφερε, η πρωτοβουλία για τον ινδουϊστικό ναό υλοποιείται από τον δραστήριο σύλλογο «Ινδουϊστικό Τέμενος Φρανκονίας», ο οποίος εξασφάλισε την αγορά του απαραίτητου οικοπέδου μέσω δωρεών, ιδίων πόρων και τραπεζικού δανεισμού. Οι εργασίες αναμένεται να ξεκινήσουν το αργότερο έως το 2027.
Η Σίλβια Κλάιν επισήμανε επίσης ότι στο πανεπιστήμιο του Ερλάνγκεν φοιτούν σήμερα περισσότεροι από 2.000 Ινδοί φοιτητές, καθιστώντας την πόλη ένα υποδειγματικό παράδειγμα για την προβολή της θρησκευτικής ελευθερίας και πολυμορφίας. Πέραν των παραδοσιακών χριστιανικών εκκλησιών (καθολικής, ευαγγελικής, ελληνορθόδοξης και ρωσικής), οι Κόπτες Χριστιανοί της πόλης λειτουργούν εδώ και τρία χρόνια τον δικό τους ναό στο προάστειο Μπρουκ. Ο κόπτης ιερέας ανέφερε χαρακτηριστικά στη Deutsche Welle: «Παρατηρούμε αύξηση, καθώς από 18 οικογένειες με 50-60 μέλη, σήμερα αριθμούμε πάνω από 60 οικογένειες με περίπου 200 μέλη, συμπεριλαμβανομένων και 40 φοιτητών».
Την ίδια στιγμή, οι παραδοσιακές χριστιανικές Εκκλησίες στη Γερμανία υφίστανται συρρίκνωση. Ενώ παλαιότερα περίπου ο μισός πληθυσμός ανήκε στην Καθολική ή στην Ευαγγελική Εκκλησία, πλέον ο αριθμός των μελών τους ανέρχεται σε 36,6 εκατομμύρια, ποσοστό περίπου 44% του συνολικού πληθυσμού. Η αποχώρηση από μια Εκκλησία απαιτεί απλή δήλωση, συνεπάγεται δε και την κατάργηση του υποχρεωτικού «εκκλησιαστικού φόρου».
Σε πολλές εφημερίδες η κατάσταση περιγράφεται με τίτλους όπως «Η Γερμανία γίνεται όλο και πιο άθεη». Ωστόσο, τα επίσημα στατιστικά στοιχεία για το 2020 δείχνουν ότι πάνω από 5,3 εκατομμύρια άνθρωποι στη Γερμανία είναι μουσουλμάνοι, ενώ 3,8 εκατομμύρια είναι ορθόδοξοι. Άλλοι ασπάζονται τον ιουδαϊσμό, τον βουδισμό, την πίστη Μπαχάι ή τον ινδουϊσμό, για τους οποίους δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία.
Η αστική ζωή εμπλουτίζεται εμφανώς με θρησκευτικά κριτήρια, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στον αυξανόμενο αριθμό νεόδμητων ναών. Το καλοκαίρι του 2024, βουδίστριες μοναχές ίδρυσαν μοναστήρι στο κέντρο του Βερολίνου, ένα από τα 20 βουδιστικά μοναστήρια στη Γερμανία. Το 2026 άνοιξε στη γερμανική πρωτεύουσα το μεγαλύτερο ινδουϊστικό τέμενος της χώρας, με τα σχέδια να έχουν κατατεθεί από το 2004.
Ο Βιλβανατάν Κρισναμούρτι, εκ των πρωτεργατών του σχεδιασμού, δήλωσε στη Deutsche Welle: «Είμαστε μια κοινότητα που συνεχώς αυξάνεται». Στο Βερολίνο, ο αριθμός των μόνιμων κατοίκων με ινδική υπηκοότητα διπλασιάστηκε μεταξύ 2014 και 2024, φτάνοντας τους 41.000. Σύμφωνα με τον ίδιο, το νέο τέμενος «ανταποκρίνεται στην επιθυμία μας για έναν χώρο συνάντησης, ιδιαίτερα για τους νέους ανθρώπους», μειώνοντας την ανησυχία των γονέων που ζουν στην Ινδία για τα παιδιά τους.
Αξιοσημείωτη είναι και η αύξηση των βουδιστικών ναών, με τουλάχιστον έξι στη Φρανκφούρτη και πληθώρα στην Κολωνία, το Αμβούργο, το Μόναχο και το Βερολίνο. Κάθε τέμενος αντιπροσωπεύει διαφορετικές τάσεις του ινδουϊσμού και διαφορετικές εθνικές ταυτότητες.