Η ελληνική βιομηχανία σε φάση ανάπτυξης, αλλά αντιμέτωπη με την ενεργειακή κρίση
Η αύξηση του κόστους ενέργειας απειλεί να ανακόψει την παραγωγική δυναμική του κλάδου, παρά τις θετικές προοπτικές.
Η ελληνική βιομηχανία διανύει μια από τις πιο παραγωγικές περιόδους της τελευταίας δεκαετίας, ενισχύοντας τη συμβολή της στην εθνική οικονομία και επεκτείνοντας την παρουσία της στις διεθνείς αγορές. Ωστόσο, η πρόσφατη ενεργειακή κρίση, που πυροδοτείται από τη γεωπολιτική αναταραχή στη Μέση Ανατολή, ασκεί σημαντική πίεση στο κόστος παραγωγής και δοκιμάζει την ανθεκτικότητα του κλάδου.
Σύμφωνα με το εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων της Alpha Bank, η αλματώδης αύξηση των διεθνών τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, σε συνδυασμό με την υψηλή εξάρτηση της χώρας από εισαγωγές ενέργειας, καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για στρατηγικές παρεμβάσεις. Στόχος είναι η διασφάλιση ανταγωνιστικού ενεργειακού κόστους, προκειμένου η τρέχουσα βιομηχανική ανάπτυξη να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά.
Παρά τις προκλήσεις, οι δείκτες παραγωγικότητας, επενδύσεων και εξαγωγών καταγράφουν ανοδική πορεία. Οι δείκτες επιχειρηματικών προσδοκιών και PMI υποδηλώνουν ισχυρή δυναμική και θετικές προοπτικές για επέκταση έως το 2026. Η ελληνική βιομηχανία, παρά τις γεωπολιτικές και ενεργειακές πιέσεις, παραμένει ένας κομβικός μοχλός ανάπτυξης για την οικονομία. Ωστόσο, η επόμενη περίοδος απαιτεί στοχευμένες παρεμβάσεις για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και της βιωσιμότητας του κλάδου.
Μια εβδομάδα μετά την έναρξη της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η απουσία σαφών ενδείξεων αποκλιμάκωσης αναδεικνύει τον ενεργειακό παράγοντα ως βασικό καταλύτη των μακροοικονομικών εξελίξεων βραχυπρόθεσμα. Τα πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, σε συνδυασμό με την παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας από τα Στενά του Ορμούζ, έχουν εντείνει τις ανησυχίες για τον κίνδυνο επιστροφής σε στασιμοπληθωρισμό στις ευρωπαϊκές οικονομίες, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές ενέργειας.
Οι εξελίξεις αυτές έχουν ήδη προκαλέσει αύξηση στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου κατά 49% και του φυσικού αερίου κατά 75% από την έναρξη της σύγκρουσης. Σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, η αρχική αντίδραση των τιμών είναι αναλογικά οξύτερη.
Ενώ οι εκτιμήσεις για τη διάρκεια και τις μακροοικονομικές συνέπειες της σύγκρουσης παραμένουν αβέβαιες, εξετάζεται ένα σύνολο παρεμβάσεων σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Στόχος είναι ο μετριασμός των επιπτώσεων στις επιχειρήσεις από την άνοδο του ενεργειακού κόστους. Σημειώνεται ότι οι πρόσφατες παρεμβάσεις της κυβέρνησης εστιάζουν κυρίως στα φυσικά πρόσωπα και τον πρωτογενή τομέα.
Σε ένα δυσμενές σενάριο παρατεταμένης σύρραξης, η βιομηχανία, ως ενεργοβόρος τομέας, αναμένεται να επηρεαστεί άμεσα, περισσότερο σε σύγκριση με τον τομέα των υπηρεσιών, όπου οι περισσότεροι κλάδοι είναι εντάσεως εργασίας. Πέραν της τρέχουσας συγκυρίας, η ελληνική βιομηχανία αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις, με κύρια αυτήν του υψηλότερου ενεργειακού κόστους σε σύγκριση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πλήττοντας την ανταγωνιστικότητά της. Ακόμη και αν ο πόλεμος τερματιζόταν άμεσα, η πλήρης ομαλοποίηση θα απαιτούσε μήνες, καθώς η αποκατάσταση της παραγωγής, των μεταφορών και της διύλισης χρειάζεται χρόνο, αφήνοντας τις αγορές ενέργειας υπο-εφοδιασμένες.
Η νέα γεωπολιτική αναταραχή βρίσκει την ελληνική βιομηχανία με ενισχυμένο ρόλο στη συνολική ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της ελληνικής οικονομίας, η οποία βρίσκεται σε περίοδο μετασχηματισμού του παραγωγικού της προτύπου. Συγκεκριμένα, την τελευταία διετία, η πραγματική Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία (ΑΠΑ) της βιομηχανίας αυξήθηκε με σημαντικά υψηλότερους ρυθμούς σε σχέση με τη συνολική ΑΠΑ. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του μεριδίου της από 14,8% το 2023 σε 15,2% το 2025, παραμένοντας, ωστόσο, χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (19,2%).
Οι αντίστοιχες επιδόσεις της μεταποίησης, που αποτελεί περίπου το 70% της ΑΠΑ της βιομηχανίας, ήταν εξίσου ισχυρές την τελευταία διετία. Επιπλέον, η ανοδική πορεία της ελληνικής βιομηχανίας και της μεταποίησης πιστοποιείται από μια σειρά οικονομικών δεικτών, όπως ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής, ο κύκλος εργασιών, οι εγγραφές νέων επιχειρήσεων, η απασχόληση και η παραγωγικότητα της εργασίας. Το τελευταίο στοιχείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό, δεδομένου ότι η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας αποτελεί μία από τις κύριες αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.
Στη βιομηχανία, η παραγωγικότητα της εργασίας, βάσει του αριθμού των απασχολούμενων, αυξήθηκε σωρευτικά τη διετία 2024-25 κατά περίπου 12%, ενώ βάσει των ωρών εργασίας κατά 13%. Τα αντίστοιχα ποσοστά στη μεταποίηση διαμορφώνονται σε 10% και 12%. Τέλος, οι βιομηχανικές επενδύσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 19% των συνολικών επενδύσεων, και οι βιομηχανικές εξαγωγές το 70% των συνολικών εξαγωγών αγαθών, μετριάζοντας, σε συνδυασμό με τις ταξιδιωτικές εισπράξεις, το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών.
Επιπλέον, οι προοπτικές για τη βιομηχανία, όπως αντανακλώνται στην εξέλιξη πρόδρομων δεικτών οικονομικής δραστηριότητας, ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκές πριν από την έναρξη της σύγκρουσης. Ο δείκτης επιχειρηματικών προσδοκιών στη βιομηχανία διαμορφώθηκε στις 108,9 μονάδες κατά μέσο όρο το 2025, σημαντικά υψηλότερα από τον μακροχρόνιο μέσο όρο, ενώ η μέτρηση του Φεβρουαρίου του 2026 ήταν ακόμα υψηλότερη (110,7 μονάδες). Παράλληλα, ο δείκτης PMI στη μεταποίηση ανήλθε στις 54,4 μονάδες τον Φεβρουάριο, η υψηλότερη μέτρηση μεταξύ των οκτώ κρατών-μελών της Ευρωζώνης που συμμετέχουν στην έρευνα, παραμένοντας για τρία χρόνια πάνω από τις 50 μονάδες, το όριο που σηματοδοτεί επέκταση του κλάδου.