Ο θάνατος του Χαμενεΐ και η αναζωπύρωση των φόβων του Πούτιν για την Ουκρανία
Στρατιωτικές ενέργειες ΗΠΑ-Ισραήλ κατά Ιράν ενισχύουν την αποφασιστικότητα του Ρώσου προέδρου για νίκη, σύμφωνα με ανάλυση.
Οι πρόσφατες στρατιωτικές ενέργειες των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ κατά του Ιράν ενδέχεται να έχουν οξύνει τους φόβους και τις παρανοϊκές αντιλήψεις του Βλαντίμιρ Πούτιν, καθώς και την αποφασιστικότητά του να επιτύχει νίκη στον πόλεμο της Ουκρανίας, αδιαφορώντας για το κόστος, σύμφωνα με ανάλυση του Politico.
Η τελευταία φορά που οι ΗΠΑ και το Ισραήλ βομβάρδισαν θέσεις στο Ιράν, δημοσιογράφος είχε ρωτήσει τον Πούτιν πώς θα αντιδρούσε εάν ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν σκοτωνόταν στην επίθεση. «Δεν θέλω ούτε να το συζητήσω», είχε απαντήσει τότε ο Ρώσος πρόεδρος. Λιγότερο από εννέα μήνες αργότερα, μετά τον θάνατο του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ από στοχευμένο πλήγμα του Ισραήλ, με υποστήριξη των ΗΠΑ, ο Πούτιν βρέθηκε σχεδόν αναγκασμένος να απαντήσει.
Η δολοφονία του Χαμενεΐ πιθανότατα πυροδότησε δύο από τα πιο βαθιά ένστικτα του Πούτιν: την εδραιωμένη παρανοϊκή του αντίληψη σχετικά με τη δική του επιβίωση και την προσήλωσή του στη διατήρηση της πολιτικής του εξουσίας μέσω της επίτευξης «νίκης» στην Ουκρανία. Αυτά τα στοιχεία φάνηκαν στην επίσημη δήλωση που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα του Κρεμλίνου, όπου ο Πούτιν καταδίκασε την εξόντωση του Χαμενεΐ ως «δολοφονία… που διαπράχθηκε σε κυνική παραβίαση όλων των κανόνων της ανθρώπινης ηθικής και του διεθνούς δικαίου» — μια αντίδραση πολύ ισχυρότερη από ό,τι είχε δείξει η Μόσχα σε προηγούμενες περιπτώσεις, όπως όταν συνέλαβαν τον Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα.
Παρά την έντονη καταδίκη, το Politico σημειώνει ότι ο Πούτιν απέφυγε εσκεμμένα να κατονομάσει άμεσα τις χώρες πίσω από το πλήγμα, γεγονός που δείχνει μια πιο προσεκτική και στρατηγική προσέγγιση αντί για άμεση αντιπαράθεση. Αυτή η αντίδραση έχει τις ρίζες της στην προσωπική ιστορία του Πούτιν και στην αντίληψή του για απειλές κατά της εξουσίας του, συμπεριλαμβανομένης της επίδρασης που είχε πάνω του η εκτέλεση του Μουαμάρ Καντάφι μετά την επέμβαση του ΝΑΤΟ το 2011, γεγονός που χαρακτήρισε στο παρελθόν ως παράδειγμα «προδοσίας» από τη Δύση.
Συγκρίσεις με την πτώση του Καντάφι
Η είδηση του θανάτου του Χαμενεΐ προκάλεσε στη ρωσική πολιτική σκηνή συγκρίσεις με την πτώση άλλου δικτάτορα. Πλάνα, τραβηγμένα με κινητό τηλέφωνο, από τη στιγμή που ο Μουαμάρ Καντάφι της Λιβύης βασανιζόταν μέχρι θανάτου μετά από την επέμβαση του ΝΑΤΟ το 2011, έκαναν έξω φρενών τον Πούτιν, σύμφωνα με τον γνωστό Ρώσο δημοσιογράφο Μιχαήλ Ζύγκαρ. «Δείξανε σε όλο τον κόσμο πώς τον σκότωσαν, καλυμμένο με αίματα», είχε πει ο Ρώσος πρόεδρος, εμφανώς εξοργισμένος, σε συνέντευξη Τύπου εκείνη την περίοδο. «Αυτή είναι η δημοκρατία;»
Τον Μάιο του 2012, λίγους μήνες μετά την ανατροπή του Καντάφι, ο Πούτιν επέστρεψε στην προεδρία μετά από μια θητεία ως πρωθυπουργός. Ανέλαβε τα καθήκοντά του με φανερό στόχο να προκαλέσει ρήξη με τη Δύση και να εξαλείψει την εσωτερική αντιπολίτευση, την οποία κατηγορούσε ότι συνεργάζεται με τους εχθρούς της Ρωσίας για να επιτύχει αλλαγή καθεστώτος. «Ήταν ακριβώς ο θάνατος του Καντάφι που αποτέλεσε σημείο καμπής τόσο στην εξωτερική όσο και στην εσωτερική πολιτική της Ρωσίας», γράφει ο Αλεξάντερ Μπάουνοφ, ανώτερος συνεργάτης στο Κέντρο Καρνέγκι για τη Ρωσία και την Ευρασία που έχει την έδρα του στο Βερολίνο.
Το γεγονός ότι οι ΗΠΑ και η Ευρώπη επέτρεψαν την τόσο βίαιη ανατροπή ενός παγκόσμιου ηγέτη συνιστούσε, σύμφωνα με τον πρώην πράκτορας της KGB Πούτιν, «την απόλυτη προδοσία», εξηγεί ο Μπάουνοφ. Τα χρόνια που ακολούθησαν, ο Πούτιν απομονωνόταν ολοένα και περισσότερο. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας του COVID, οι ξένοι αξιωματούχοι και οι Ρώσοι αξιωματούχοι είχαν εντολή να παραμένουν σε απόσταση αρκετών μέτρων από τον Ρώσο πρόεδρο. Οι επαφές με το κοινό ήταν και παραμένουν προσεκτικά «χορογραφημένες», με στόχο την τήρηση αποστάσεων. Ο εκλιπών ηγέτης της ρωσικής αντιπολίτευσης Αλεξέι Ναβάλνι του είχε δώσει το παρατσούκλι «παππούς στο καταφύγιο», αναφερόμενος στην έρευνα της ομάδας του για ένα πολυτελές παλάτι που φέρεται να ανήκε στον Πούτιν, το οποίο περιλάμβανε δίκτυο σηράγγων που είχαν σκαφτεί 50 μέτρα κάτω από το έδαφος.
