Ισραηλινό πλήγμα κατά του Ιράν: Η στρατηγική που προτιμά ο Τραμπ
Αμερικανοί σύμβουλοι εκτιμούν ότι μια ισραηλινή επίθεση θα μπορούσε να δικαιολογήσει μελλοντική αμερικανική εμπλοκή, λόγω πολιτικού κόστους.
Ανώτεροι σύμβουλοι του Ντόναλντ Τραμπ φέρονται να προτιμούν ένα ισραηλινό πλήγμα κατά του Ιράν πριν από οποιαδήποτε αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση, σύμφωνα με δύο πρόσωπα που έχουν γνώση των σχετικών συζητήσεων. Κατά τις ίδιες πηγές, τις οποίες επικαλείται το Politico, αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης υποστηρίζουν σε ιδιωτικές συνομιλίες ότι μια επίθεση από το Ισραήλ θα μπορούσε να προκαλέσει ιρανικά αντίποινα, δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις για ευρύτερη στήριξη της αμερικανικής κοινής γνώμης σε περίπτωση εμπλοκής των ΗΠΑ.
Ο υπολογισμός, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, είναι πρωτίστως πολιτικός: εκτιμάται ότι περισσότεροι Αμερικανοί θα αποδέχονταν έναν πόλεμο με το Ιράν εάν προηγουμένως είχαν δεχθεί επίθεση οι ΗΠΑ ή σύμμαχός τους. Πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Αμερικανοί – και ιδίως οι Ρεπουμπλικανοί – εμφανίζονται θετικοί σε μια αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη, χωρίς ωστόσο να επιθυμούν απώλειες Αμερικανών στρατιωτών για την επίτευξή της. Έτσι, η ομάδα του Τραμπ φέρεται να σταθμίζει όχι μόνο τα επιχειρήματα που σχετίζονται με το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά και την εικόνα και το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα εκδηλωθεί ένα ενδεχόμενο πλήγμα.
«Υπάρχει η σκέψη εντός και πέριξ της κυβέρνησης ότι το πολιτικό κόστος είναι πολύ μικρότερο εάν οι Ισραηλινοί κινηθούν πρώτοι και μόνοι τους και οι Ιρανοί απαντήσουν εναντίον μας, δίνοντάς μας περισσότερους λόγους να αναλάβουμε δράση», ανέφερε μία από τις πηγές, η οποία, όπως και η δεύτερη, ζήτησε να διατηρήσει την ανωνυμία της.
Καθώς οι ελπίδες για διπλωματική αποκλιμάκωση μειώνονται στην Ουάσιγκτον, μετά τις χθεσινές συζητήσεις στη Γενεύη, το ερώτημα μετατοπίζεται πλέον στο πότε και πώς θα μπορούσαν να κινηθούν οι ΗΠΑ. Παρά την προτίμηση για ένα πρώτο ισραηλινό βήμα, το πιθανότερο σενάριο, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, είναι μια κοινή επιχείρηση ΗΠΑ – Ισραήλ.
Ερωτηθείσα σχετικά, η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Άννα Κέλι δήλωσε ότι «τα μέσα ενημέρωσης μπορούν να εικάζουν όσα θέλουν για τη σκέψη του προέδρου, αλλά μόνο εκείνος γνωρίζει τι ενδέχεται ή όχι να πράξει». Η ισραηλινή πρεσβεία στην Ουάσιγκτον αρνήθηκε να σχολιάσει σχετικά.
Την περασμένη εβδομάδα, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπενιαμίν Νετανιάχου επισκέφθηκε τον Λευκό Οίκο, ασκώντας πιέσεις στην αμερικανική κυβέρνηση να αναλάβει δράση ώστε να ανακοπεί το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, η υποδομή βαλλιστικών πυραύλων και η στήριξη παραστρατιωτικών οργανώσεων στην περιοχή.
Παρά τις διπλωματικές προσπάθειες που έχουν γίνει, η εκτίμηση προσώπων που βρίσκονται κοντά στον Αμερικανό πρόεδρο είναι ότι «θα τους βομβαρδίσουμε», όπως ανέφερε μία από τις πηγές.
Ανοιχτό παραμένει το εύρος μιας τέτοιας επιχείρησης. Μεταξύ των βασικών παραμέτρων που εξετάζονται είναι ο κίνδυνος αποδυνάμωσης των αμερικανικών αποθεμάτων πυρομαχικών – εξέλιξη που, σύμφωνα με ανησυχίες της κυβέρνησης, θα μπορούσε να δημιουργήσει ευκαιρίες για την Κίνα έναντι της Ταϊβάν – καθώς και το ενδεχόμενο αμερικανικών απωλειών σε περίπτωση ευρείας στρατιωτικής κλιμάκωσης.
«Εάν μιλάμε για επίθεση κλίμακας αλλαγής καθεστώτος, το Ιράν είναι πολύ πιθανό να απαντήσει με όλα τα μέσα που διαθέτει. Έχουμε πολλά στρατιωτικά μέσα στην περιοχή και το καθένα αποτελεί πιθανό στόχο. Και δεν προστατεύονται από το Iron Dome. Υπάρχει υψηλή πιθανότητα αμερικανικών απωλειών, με σημαντικό πολιτικό κόστος», σημείωσε η ίδια πηγή.
Οι ΗΠΑ διατηρούν χιλιάδες στρατιώτες σε βάσεις σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Τους τελευταίους μήνες, ο Τραμπ έχει αποστείλει δύο ομάδες κρούσης αεροπλανοφόρων, δεκάδες μαχητικά αεροσκάφη, αεροσκάφη επιτήρησης και εναέριου ανεφοδιασμού, συγκεντρώνοντας τη μεγαλύτερη στρατιωτική ισχύ στην περιοχή από την εισβολή στο Ιράκ το 2003.
Αξιωματούχοι του Πενταγώνου και μέλη του Κογκρέσου προειδοποιούν ότι παρατεταμένα πλήγματα κατά του Ιράν ενδέχεται να επιβαρύνουν τα στρατιωτικά αποθέματα. Παράλληλα, η αμερικανική κοινότητα πληροφοριών παρακολουθεί ενδεχόμενα ασύμμετρα αντίποινα από την Τεχεράνη κατά αμερικανικών εγκαταστάσεων και προσωπικού στη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη.
Στο τραπέζι βρίσκονται διαφορετικά σενάρια, από ένα περιορισμένο αρχικό πλήγμα που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης για συμφωνία, έως ευρύτερη στρατιωτική επιχείρηση εάν δεν υπάρξει διπλωματική διέξοδος. Στόχοι θα ήταν σχεδόν βέβαια πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν και υποδομές βαλλιστικών πυραύλων. Εξετάζεται επίσης το ενδεχόμενο «αποκεφαλιστικού πλήγματος», δηλαδή στοχευμένης επίθεσης κατά του ανώτατου ηγέτη Αλί Χαμενεΐ, αν και το ιρανικό σύστημα διακυβέρνησης διαθέτει μηχανισμούς διαδοχής.
Μια τέτοια επιχείρηση θα μπορούσε να διαρκέσει ημέρες ή και εβδομάδες, με αβέβαια αποτελέσματα, ιδίως εάν βασιστεί αποκλειστικά στην αεροπορική ισχύ. Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι τα αμερικανικά πλήγματα του περασμένου Ιουνίου «εξάλειψαν» το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, αν και πρόσφατα εμφανίστηκε λιγότερο βέβαιος ότι η Τεχεράνη έχει εγκαταλείψει οριστικά τέτοιες φιλοδοξίες. Παράλληλα, πληροφορίες της Wall Street Journal ανέφεραν πως μέσα στις απαιτήσεις της Ουάσινγκτον από την Τεχεράνη στις συζητήσεις της Πέμπτης στη Γενεύη, ήταν να καταστρέψει το Ιράν τις εγκαταστάσεις του σε Φορντό, Νατάνζ και Ισφαχάν.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Ενόπλων Δυνάμεων της Βουλής, Μάικ Ρότζερς, δήλωσε ότι ενημερώθηκε για προσπάθειες του Ιράν να επανεκκινήσει το πυρηνικό του πρόγραμμα, υποστηρίζοντας ότι τα στοιχεία είναι σαφή. Ωστόσο, Δημοκρατικοί βουλευτές ανέφεραν ότι δεν έχουν λάβει αντίστοιχη ενημέρωση.
Η ιρανική κυβέρνηση επιμένει διαχρονικά ότι δεν επιδιώκει την απόκτηση πυρηνικού όπλου, υποστηρίζοντας ότι έχει δικαίωμα σε ειρηνικό πυρηνικό πρόγραμμα για επιστημονικούς και ιατρικούς σκοπούς. Οι ΗΠΑ παραμένουν επιφυλακτικές, ιδίως λόγω των επιπέδων εμπλουτισμού ουρανίου που έχει επιτύχει η Τεχεράνη.
