Η Αθανασία Τσουμελέκα μιλά για τη νέα της πορεία στην υποκριτική
Από τον πρωταθλητισμό στα «Κόκκινα Φανάρια»: Η Ολυμπιονίκης αποκαλύπτει πώς ο χωρισμός και η ανάγκη αυτοβελτίωσης άλλαξαν τη ζωή της.
Η Ολυμπιονίκης Αθανασία Τσουμελέκα μίλησε στην κάμερα του Buongiorno, αναφερόμενη στη στροφή της προς την υποκριτική, τη συμμετοχή της στην παράσταση «Κόκκινα Φανάρια» και τις αλλαγές στη ζωή της μετά τον πρωταθλητισμό. Η αθλήτρια αποκάλυψε πώς η ανάγκη για αυτοβελτίωση και ο χωρισμός της σηματοδότησαν μια ριζική αλλαγή πορείας.
«Φέτος βρίσκομαι στα «Κόκκινα Φανάρια», μετά από μια επιτυχημένη οντισιόν με τον κύριο Βασίλη Πλατάκη. Η παράστασή μας πηγαίνει εξαιρετικά καλά. Όσοι αγαπούν την τέχνη και είναι αφοσιωμένοι σε αυτήν, απολαμβάνουν αυτή την αλλαγή. Για όσους με γνώρισαν ως αθλήτρια, η μετάβασή μου στην υποκριτική ίσως προκαλεί έκπληξη. Θεωρώ ότι κάποιοι μπορεί να αναρωτιούνται: «Γιατί ξεκινάς κάτι από την αρχή, έχοντας ήδη φτάσει ψηλά;». Η δική μου απάντηση είναι ότι η εξέλιξη είναι απαραίτητη, όπως και η καλλιέργεια της ψυχής μας.
Η ανάγκη για αυτή τη νέα αρχή προέκυψε ξεκάθαρα από την επιθυμία για αυτοβελτίωση. Είχα αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στον πρωταθλητισμό, με αποτέλεσμα να αναπτύξω «παρωπίδες». Η κόπωση με εμπόδιζε να διαβάζω, είχα ξεχάσει να επικοινωνώ ουσιαστικά, ακόμη και η παραγγελία σε ένα εστιατόριο μου φαινόταν δύσκολη. Μετά την ολοκλήρωση της αθλητικής μου καριέρας, αποφάσισα να εστιάσω στην ανάδειξη της προσωπικότητας μου, την «Αθανασία», ώστε να δημιουργήσω νέες φιλίες. Οι φιλίες στον πρωταθλητισμό ήταν εξαιρετικά δύσκολες, καθώς μετά το σχολείο είχα φύγει από την πόλη μου, απομακρύνθηκα από τους φίλους μου και δεν είχα την ευκαιρία να αναπτύξω νέους μέσω του πανεπιστημίου. Η ζωή μου, λοιπόν, χαρακτηριζόταν από μια μορφή απομόνωσης.
Το τατουάζ που έκανα ήταν λίγο πριν τον χωρισμό μου, πιθανότατα ως ένδειξη συναισθηματικής κατάστασης και της επιθυμίας μου να προχωρήσω. Τελικά, η εξέλιξη αυτή αποδείχθηκε ευεργετική για όλους μας, δηλαδή για τα παιδιά μου και τον σύζυγό μου. Μετά τον χωρισμό, παρατηρούσα να εκδηλώνονται αρνητικές συμπεριφορές στα παιδιά μου, που προέρχονταν από τον «κακό εαυτό» και των δύο μας. Ως εκ τούτου, επιθυμούσα να συμβάλω στην καλυτέρευσή τους.
Το πιο όμορφο δώρο, όπως λένε τα παιδιά μου, είναι η απόφαση να επισκεφθούμε μαζί έναν ψυχολόγο. Αναδύθηκαν πτυχές της προσωπικότητάς τους που αγνοούσα και από τότε έχουν αλλάξει πολλά στο σπίτι μας. Τώρα, τα παιδιά γνωρίζουν τα όριά μου και εγώ γνωρίζω τα δικά τους, με αποτέλεσμα να έχουμε αναπτύξει μια εξαιρετική χημεία μεταξύ μας, καθώς και με τον πατέρα τους.»
