Πτώσεις δέντρων: Πώς οι δήμοι αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο δημόσιας ασφάλειας
Η νομοθεσία, η ευθύνη των ΟΤΑ και το παράδειγμα του Δήμου Χαλανδρίου στην αντιμετώπιση του σύνθετου προβλήματος του αστικού πρασίνου.
Η πτώση δέντρων σε αστικές περιοχές, με επιπτώσεις σε πεζοδρόμια, πλατείες, σχολεία και οδικό δίκτυο, έχει γίνει συχνό φαινόμενο στην επικαιρότητα. Ένας συνδυασμός παραγόντων, όπως οι ισχυροί άνεμοι, τα ακραία καιρικά φαινόμενα λόγω της κλιματικής αλλαγής, η γήρανση του αστικού πρασίνου, η ελλιπής συντήρηση, ακόμη και οι παρεμβάσεις των συνεργείων δικτύων στις ρίζες, συνθέτουν ένα σύνθετο πρόβλημα δημόσιας ασφάλειας. Οι συνέπειες είναι συχνά σοβαρές, περιλαμβάνοντας τραυματισμούς πολιτών, υλικές ζημιές σε οχήματα, αποκλεισμούς δρόμων και, κατά συνέπεια, αναζήτηση ευθυνών μέσω δικαστικών διαδικασιών.
Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται είναι σαφές: ποια είναι η ευθύνη των δήμων; Σύμφωνα με τον Δημοτικό και Κοινοτικό Κώδικα (Ν. 3463/2006) και το θεσμικό πλαίσιο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ν. 3852/2010), οι δήμοι φέρουν την αρμοδιότητα της διαχείρισης και συντήρησης του αστικού πρασίνου, της διασφάλισης της δημόσιας ασφάλειας σε κοινόχρηστους χώρους και της πρόληψης κινδύνων από φθαρμένες ή επικίνδυνες υποδομές. Η ευθύνη τους μπορεί να θεμελιωθεί αστικά (άρθρο 105 ΕισΝΑΚ) για παράνομη πράξη ή παράλειψη οργάνων, διοικητικά σε περιπτώσεις πλημμελούς εποπτείας, ακόμη και ποινικά, εφόσον αποδειχθεί βαριά αμέλεια.
Ωστόσο, η νομολογία λαμβάνει υπόψη και τον παράγοντα της ανωτέρας βίας, όπως εξαιρετικά έντονα καιρικά φαινόμενα. Το κρίσιμο στοιχείο για τον καθορισμό της ευθύνης είναι εάν ο δήμος είχε προβεί σε συστηματική καταγραφή, έλεγχο και προληπτική αξιολόγηση της επικινδυνότητας των δέντρων.
Μια αξιόλογη πρακτική συστηματικής προσέγγισης στη διαχείριση του αστικού πρασίνου εφαρμόζει ο Δήμος Χαλανδρίου. Το 2023, προχώρησε σε σύμβαση για «Καταγραφή και εκτίμηση ασφάλειας κοινόχρηστων δέντρων σε κοινόχρηστους χώρους του Δήμου Χαλανδρίου», με προϋπολογισμό 36.704,00€. Η σύμβαση, που περιλάμβανε οργανωμένη επιστημονική επιθεώρηση, αναπτύχθηκε σε τέσσερις φάσεις: ανάπτυξη μεθοδολογίας επιθεώρησης, δοκιμαστική καταγραφή 500 δέντρων, πλήρη καταγραφή και αξιολόγηση επικινδυνότητας, καθώς και παραγωγή θεματικών χαρτών και τεχνικής έκθεσης. Ειδικότερα, προβλέφθηκε αξιολόγηση πιθανότητας τραυματισμού ή ζημίας, γεωχωρική καταγραφή (QGIS), φωτογραφικό αρχείο, ανάλυση επικινδυνότητας ανά δέντρο και εκπαίδευση των υπηρεσιών του δήμου. Η σύμβαση ορίζει τη διαδικασία επιθεώρησης ως «σημαντικό και αναπόσπαστο τμήμα της στρατηγικής διαχείρισης των δέντρων της πόλης με στόχο την προστασία της δημόσιας ασφάλειας».
Αυτή η προσέγγιση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς σε περίπτωση μελλοντικού ατυχήματος, ο δήμος μπορεί να αποδείξει ότι είχε υιοθετήσει οργανωμένο σύστημα διαχείρισης κινδύνου, είχε προχωρήσει σε καταγραφή και ιεράρχηση επικινδυνότητας, και δεν υπήρξε αδράνεια ή παράλειψη. Έτσι, η ευθύνη μετατοπίζεται από την «αμέλεια» στην «αντικειμενική φυσική εξέλιξη».
Σε εθνικό επίπεδο, πολλοί δήμοι αντιμετωπίζουν προκλήσεις όπως η γήρανση του αστικού πρασίνου, η έλλειψη προσωπικού, η απουσία ψηφιακής χαρτογράφησης και οι αντιδράσεις πολιτών σε προληπτικές κοπές. Παράλληλα, η κλιματική αλλαγή αυξάνει την ένταση των ανέμων, τις απότομες βροχοπτώσεις και τις ριζικές καταπονήσεις εδάφους. Η απουσία συστηματικής απογραφής μετατρέπει κάθε πτώση δέντρου σε δυνητική νομική και πολιτική κρίση.
Η διεθνής πρακτική (ISA Tree Risk Assessment, urban forestry standards) προτείνει μια σωστή προσέγγιση που περιλαμβάνει: ψηφιακή απογραφή όλων των δέντρων, κατηγοριοποίηση επικινδυνότητας (low–moderate–high), προληπτικό κλάδεμα ή αντικατάσταση, συνεχή επανέλεγχο και ασφαλιστική κάλυψη αστικής ευθύνης. Το μοντέλο του Δήμου Χαλανδρίου καταδεικνύει ότι το κόστος πρόληψης είναι πολλαπλάσια μικρότερο από το κόστος αποζημιώσεων ή δικαστικών εμπλοκών.
Το πολιτικό και κοινωνικό δίλημμα της κοπής δέντρων, που συχνά προκαλεί έντονες αντιδράσεις, μπορεί να αντιμετωπιστεί με μια σύγχρονη προσέγγιση: «Αξιολογώ – τεκμηριώνω – παρεμβαίνω με διαφάνεια». Οι δήμοι που δεν διαθέτουν απογραφή, δεν εφαρμόζουν σύστημα εκτίμησης κινδύνου και δεν τηρούν τεχνικά πρωτόκολλα, εκτίθενται νομικά και πολιτικά. Αντίθετα, το παράδειγμα του Δήμου Χαλανδρίου αποδεικνύει ότι η θεσμική πρόληψη, η επιστημονική μεθοδολογία και η ψηφιακή διαχείριση αποτελούν τη μόνη βιώσιμη στρατηγική για την αντιμετώπιση του αστικού δέντρου, το οποίο σε μια εποχή κλιματικής αβεβαιότητας, συνιστά ζήτημα δημόσιας ασφάλειας.
