Η Ευρώπη ανοίγει δίαυλο επικοινωνίας με τη ρωσική αντιπολίτευση
Το Συμβούλιο της Ευρώπης υποδέχεται στελέχη της αντιπολίτευσης, προσβλέποντας σε μια διαφορετική Ρωσία μετά τον πόλεμο
Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την αποβολή της Ρωσίας από το Συμβούλιο της Ευρώπης, ως αποτέλεσμα της εισβολής στην Ουκρανία, ο αρχαιότερος διακυβερνητικός οργανισμός της ηπείρου πραγματοποίησε ένα βήμα με ισχυρό πολιτικό συμβολισμό. Στο Στρασβούργο, το Συμβούλιο άνοιξε εκ νέου τις πόρτες του σε Ρώσους εκπροσώπους, όχι, όμως, στους γνωστούς αξιωματούχους του Κρεμλίνου, αλλά σε στελέχη της αντιπολεμικής και, όπως αναφέρουν πηγές, «φιλοδημοκρατικής» ρωσικής αντιπολίτευσης, τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας.
Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, που απαρτίζεται από βουλευτές 46 ευρωπαϊκών κρατών, υποδέχθηκε 15 Ρώσους αντιπροσώπους στη νεοσύστατη Πλατφόρμα Διαλόγου. Αυτή η δομή δημιουργήθηκε για να παράσχει θεσμικό χώρο σε εκείνους που απορρίπτουν τον πόλεμο και αμφισβητούν ανοιχτά το καθεστώς του Βλαντίμιρ Πούτιν.
Κατά την εναρκτήρια συνεδρίαση, η πρόεδρος της Συνέλευσης, η Αυστριακή βουλευτής Πέτρα Μπάιρ, τόνισε ότι η Ρωσία δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με το τρέχον καθεστώς της. Υπάρχουν πολίτες, τόσο εντός όσο και εκτός της χώρας, που απορρίπτουν τον πόλεμο, καταδικάζουν τα εγκλήματα που διαπράττονται στο όνομά τους και επιθυμούν μια Ρωσία που θα λειτουργεί ως εταίρος και όχι ως επιτιθέμενη δύναμη.
Το Συμβούλιο της Ευρώπης, που ιδρύθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1940 μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, είχε ως στόχο την ειρήνη και τις σχέσεις καλής γειτονίας. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, θεμέλιος λίθος του οργανισμού, παραμένει σε ισχύ έως σήμερα. Παρά τις δυσκολίες της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, μετά την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων, τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης επανεντάχθηκαν στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Το 1996, η Ρωσία έγινε πλήρες μέλος, μια κίνηση που χαρακτηρίστηκε ιστορική καμπή.
Ωστόσο, η ένταξη αυτή παραμένει αντικείμενο έντονης συζήτησης. Ακόμη και κατά τη σύντομη δημοκρατική περίοδο της δεκαετίας του 1990, η Ρωσία απείχε από πολλά από τα πρότυπα του Συμβουλίου. Με την άνοδο του Βλαντίμιρ Πούτιν το 2000, οι ελευθερίες περιορίστηκαν σταδιακά, και καμία εθνική εκλογική αναμέτρηση υπό την ηγεσία του δεν έχει κριθεί ελεύθερη και δίκαιη από διεθνείς παρατηρητές, γεγονός που καθιστούσε προβληματική τη νομιμοποίηση των Ρώσων κοινοβουλευτικών εκπροσώπων.
Παρόλα αυτά, υπήρχαν ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της συμμετοχής. Το κυριότερο ήταν η δυνατότητα των Ρώσων πολιτών να προσφεύγουν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο αποτέλεσε τον μοναδικό χώρο απονομής δικαιοσύνης απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία. Το Δικαστήριο έχει εκδώσει χιλιάδες αποφάσεις υπέρ Ρώσων πολιτών, συμπεριλαμβανομένης της πρόσφατης κρίσης για τη σύλληψη και φυλάκιση του Αλεξέι Ναβάλνι το 2021.
Η ένταξη της Ρωσίας συνοδευόταν από σαφείς όρους, όπως η αναστολή της θανατικής ποινής και η μεταφορά των φυλακών υπό πολιτικό έλεγχο. Ακόμη και τα ελάχιστα δικαιώματα για πολιτικούς κρατούμενους στη Ρωσία, όπως η αλληλογραφία και οι δικηγορικές επισκέψεις, προέρχονται από αυτές τις δεσμεύσεις.
Η εισβολή στην Ουκρανία το 2022 κατέστησε αδύνατη τη συνέχιση της ρωσικής συμμετοχής, καθιστώντας αναπόφευκτη την αποβολή. Ωστόσο, όπως υπογραμμίζουν Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, η Ρωσία παραμένει η μεγαλύτερη χώρα της Ευρώπης, και όσο κυβερνάται από ένα επιθετικό αυταρχικό καθεστώς, η ασφάλεια της ηπείρου θα παραμένει επισφαλής.
Η νέα Πλατφόρμα Διαλόγου στοχεύει στην αντιμετώπιση πρακτικών ζητημάτων, όπως η υπεράσπιση Ρώσων πολιτικών κρατουμένων και η ενίσχυση των κυρώσεων κατά του πολέμου. Κρίσιμη προτεραιότητα, όμως, είναι και η προετοιμασία για την επόμενη ημέρα στη Ρωσία. Ιστορικά, οι πολιτικές αλλαγές στη χώρα προέκυψαν αιφνιδιαστικά, όπως η κατάρρευση της τσαρικής αυτοκρατορίας το 1917 και της Σοβιετικής Ένωσης το 1991. Η ευρωπαϊκή πλευρά επιθυμεί να είναι έτοιμη όταν ανοίξει ξανά ένα τέτοιο παράθυρο, αποφεύγοντας τα λάθη της δεκαετίας του 1990, τα οποία συνέβαλαν στη σημερινή αυταρχική παλινόρθωση.
