Το Ιράν δοκιμάζει τα όρια του Τραμπ: Πυρηνικό πρόγραμμα και διαπραγματεύσεις σε αδιέξοδο
Η Τεχεράνη παίζει το παιχνίδι της υπομονής, ενώ ΗΠΑ και Ισραήλ ανησυχούν, καθώς οι συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα συνεχίζονται σε αβέβαιο έδαφος.
Το Ιράν, παρά την παρουσία του «στόλου» του προέδρου Τραμπ ανοιχτά των ακτών του, επιστρέφει σε μια γνώριμη τακτική: την αναβολή των εξελίξεων στο πυρηνικό του πρόγραμμα, στέλνοντάς τις «πιο κάτω στον δρόμο» των διαπραγματεύσεων. Ωστόσο, με δεδομένες τις θεμελιώδεις διαφωνίες, την ενίσχυση των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή και τις ανησυχίες του Ισραήλ για τους ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους, ο δρόμος αυτός μπορεί να αποδειχθεί πιο σύντομος απ’ ό,τι πιστεύει η Τεχεράνη.
Οι πρόσφατες συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα, που διεξήχθησαν την Παρασκευή στο Ομάν, θεωρήθηκαν επιτυχείς, καθώς απέφυγαν την ανοιχτή ρήξη ή τα αεροπορικά πλήγματα. Οι επαφές αναμένεται να συνεχιστούν σύντομα, με στόχο τη δημιουργία ενός «πλαισίου» για μελλοντικές διαπραγματεύσεις, όπως δήλωσε ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών, Αμπάς Αραγτσί. «Ήταν ένα καλό ξεκίνημα. Συμφωνήσαμε να συνεχίσουμε τις συνομιλίες, αλλά θα διαβουλευθούμε στις πρωτεύουσες για το πώς θα προχωρήσουμε. Αν αυτή η τάση συνεχιστεί, μπορούμε στις επόμενες συναντήσεις να καταλήξουμε σε ένα στέρεο πλαίσιο για μελλοντικές συνομιλίες».
Ο Αραγτσί επανέλαβε τη θέση της Τεχεράνης, ότι επιμένει στο δικαίωμα εμπλουτισμού ουρανίου και ότι οι βαλλιστικοί πύραυλοι δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Παρότι δεν υπήρξαν άμεσες συνομιλίες ΗΠΑ-Ιράν, υπήρξε «μια ευκαιρία να ανταλλάξουμε χειραψία με την αμερικανική αντιπροσωπεία», ανέφερε σε συνέντευξή του στο Al Jazeera.
Ο πρόεδρος Τραμπ, από την πλευρά του, δήλωσε ότι οι συνομιλίες ξεκίνησαν «καλά» και ότι δεν βιάζεται να κλείσει συμφωνία, τονίζοντας ότι το Ιράν θα πρέπει να δεσμευτεί σε «καμία πυρηνική οπλοποίηση». Ωστόσο, οι δηλώσεις αυτές προκάλεσαν σύγχυση, καθώς το Ιράν έχει ήδη δηλώσει ότι δεν θα κατασκευάσει ποτέ πυρηνικό όπλο, ενώ η αμερικανική «κόκκινη γραμμή» είναι ο μηδενικός εμπλουτισμός ουρανίου.
Οι αρχικές αμερικανικές απαιτήσεις προβλέπουν την παράδοση όλου του εμπλουτισμένου ουρανίου από το Ιράν, τον περιορισμό του βεληνεκούς των βαλλιστικών του πυραύλων ώστε να μην πλήττουν το Ισραήλ, και τον τερματισμό της στήριξης σε περιφερειακές οργανώσεις. Το Ισραήλ, ιδιαίτερα, ανησυχεί για την ταχεία αποκατάσταση των ιρανικών εγκαταστάσεων παραγωγής βαλλιστικών πυραύλων.
Ο Τραμπ, που προτιμά μια συμφωνία-νίκη χωρίς παρατεταμένο πόλεμο, αντιμετωπίζει την πρόκληση να διαχειριστεί την κατάσταση χωρίς να βυθιστεί σε έναν περιφερειακό πόλεμο που θα μπορούσε να κοστίσει ζωές, να πλήξει το Ισραήλ, να διαταράξει τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και να δυσαρεστήσει την εγχώρια βάση του.
Το Ιράν, με την εμπειρία του στις διαπραγματεύσεις, διατηρεί πλεονεκτήματα ακόμη και στην παρούσα αδύναμη θέση του. Οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στην περιοχή, όπως η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος και το Ομάν, πιέζουν για διπλωματική λύση. Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αν ο Τραμπ διαθέτει την υπομονή για μια συμφωνία, καθώς η Τεχεράνη δοκιμάζει τα όριά του.
Η στρατιωτική συγκέντρωση δυνάμεων κοντά στο Ιράν στοχεύει στην αύξηση της πίεσης για παραχωρήσεις, ενώ ταυτόχρονα οι αμερικανικές δυνάμεις χρειάζονται χρόνο προετοιμασίας για την περίπτωση ενός περιφερειακού πολέμου. Αυτό δημιουργεί χώρο για συνομιλίες, η διάρκειά τους όμως παραμένει ασαφής. Η αρχική ρητορική του Τραμπ υπέρ των Ιρανών διαδηλωτών έχει αυξήσει την πιθανότητα στρατιωτικής δράσης.
Ωστόσο, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για τα αποτελέσματα μιας στρατιωτικής επέμβασης. Ακόμη και με την απομάκρυνση της ηγεσίας, οι πιθανότητες ανάδυσης δημοκρατικής κυβέρνησης είναι ελάχιστες, με πιθανότερο σενάριο την ανάδυση ενός ακόμη πιο σκληροπυρηνικού στρατιωτικού καθεστώτος. Παρά τις διαδηλώσεις, το καθεστώς δεν παρουσιάζει ορατές ρωγμές.
Πολλοί στο Ιράν πιστεύουν ότι ίσως χρειαστεί ένας σύντομος αλλά έντονος πόλεμος για να αλλάξει η αντίληψη του Τραμπ και να υιοθετήσει πιο ρεαλιστικές απαιτήσεις. Ακόμη και με βαριές απώλειες για το Ιράν, αντίστοιχες απώλειες αναμένονται και για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, ενώ ο Τραμπ έχει μικρότερη ανοχή σε παρατεταμένους πολέμους.
Η «κόκκινη γραμμή» του Τραμπ, που ισοδυναμεί με «πλήρη συνθηκολόγηση» χωρίς στρατιωτική ήττα του Ιράν, αναμένεται να οδηγήσει σε κατάρρευση των συνομιλιών. Από την άλλη, μια γρήγορη συμφωνία μόνο για τον εμπλουτισμό θα μπορούσε να είναι πολιτικά προβληματική για τον Τραμπ, δεδομένης της απόρριψης της συμφωνίας του 2015. Αν και το Ιράν αρνείται να σταματήσει πλήρως τον εμπλουτισμό, φέρεται διατεθειμένο να τον περιορίσει στο 3%. Μια επιστροφή σε παρόμοια επίπεδα με τη συμφωνία του 2015, που περιλάμβανε «ρήτρες λήξης», δύσκολα θα παρουσιαζόταν ως νίκη.
