Η νέα θεσμική διαδρομή: Συνταγματική αναθεώρηση και η πρόκληση της μονιμότητας στο Δημόσιο
Το χρονοδιάγραμμα, οι απαιτούμενες πλειοψηφίες και η στρατηγική του Μαξίμου ενόψει των αλλαγών στο Άρθρο 103.
Η ανακοίνωση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για την έναρξη της κορυφαίας θεσμικής διαδικασίας της συνταγματικής αναθεώρησης σηματοδοτεί την εκκίνηση ενός νέου κύκλου πολιτικών, κοινοβουλευτικών και εσωκομματικών διεργασιών. Κεντρικό σημείο της δημόσιας συζήτησης αναμένεται να είναι το ζήτημα της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, θέμα με βαθύ θεσμικό, κοινωνικό και πολιτικό αποτύπωμα.
Η διαδικασία της αναθεώρησης ξεκινά με την επιστολή του Πρωθυπουργού προς τους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, καλώντας τους να υποβάλουν προτάσεις για τις προς αναθεώρηση διατάξεις και τη σύνταξη αιτιολογικής έκθεσης. Η προθεσμία υποβολής προτάσεων εκπνέει στα τέλη Μαρτίου, δίνοντας τη σκυτάλη στις εργασίες της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος από τον Απρίλιο, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Συντάγματος και του Κανονισμού της Βουλής. Δυνατότητα υποβολής προτάσεων υπάρχει και για τα κόμματα της αντιπολίτευσης ή μεμονωμένους βουλευτές, εφόσον συγκεντρωθούν τουλάχιστον 50 υπογραφές. Οι προτάσεις κατατίθενται στον Πρόεδρο της Βουλής, Νικήτα Κακλαμάνη, ο οποίος τις ανακοινώνει στην Ολομέλεια και τις παραπέμπει στην αρμόδια Επιτροπή. Η Επιτροπή έχει σύνθετο ρόλο, καθώς μπορεί να προσθέσει νέες διατάξεις και να διατυπώσει την ανάγκη και την κατεύθυνση αλλαγής άρθρων, με την τελική διατύπωση να ανήκει στην επόμενη Αναθεωρητική Βουλή.
Για την έγκριση μιας διάταξης, η Ολομέλεια της Βουλής καλείται να ψηφίσει δύο φορές, με χρονικό διάστημα ενός μήνα μεταξύ των ψηφοφοριών. Απαιτούνται 151 ψήφοι σε κάθε ψηφοφορία για να προχωρήσει η διάταξη. Εάν μια διάταξη συγκεντρώσει 180 ή περισσότερες ψήφους και στις δύο ψηφοφορίες, τότε η Αναθεωρητική Βουλή θα χρειαστεί μόνο 151 ψήφους για την τελική τροποποίηση. Στην αντίθετη περίπτωση, εάν λάβει μόνο 151 ψήφους, η επόμενη Βουλή θα απαιτήσει 180 ψήφους. Αυτό το σύστημα αυξημένων πλειοψηφιών καθιστά την αναθεώρηση ιδιαίτερα απαιτητική, ιδίως σε ένα πολιτικά πολωμένο και πολυκομματικό κοινοβουλευτικό περιβάλλον.
Η κυβερνητική στρατηγική, δεδομένης της αριθμητικής δύναμης της Βουλής, εστιάζει στο ΠΑΣΟΚ. Με 156 βουλευτές, η Νέα Δημοκρατία, σε συνεργασία με τους 33 βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, θα μπορούσε να εξασφαλίσει την κρίσιμη πλειοψηφία των 180 ψήφων για ορισμένα άρθρα, απεμπλοκάροντας τη διαδικασία. Ωστόσο, μια τέτοια σύμπλευση δεν είναι αυτονόητη πολιτικά, καθώς θέματα όπως το άρθρο 16 για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια ή το άρθρο 103 για τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, αναμένεται να αναδείξουν εσωτερικές αντιφάσεις και πολιτικές αποκλίσεις εντός του ΠΑΣΟΚ.
Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων βρίσκεται στο επίκεντρο της αναθεώρησης. Ο Πρωθυπουργός τόνισε την ανάγκη για μια σύγχρονη και αποτελεσματική δημόσια διοίκηση, βασισμένη στη διαρκή αξιολόγηση, θέτοντας τη μονιμότητα σε «νέα βάση». Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης, διευκρίνισε ότι στόχος δεν είναι οι μαζικές απολύσεις, αλλά η σύνδεση της μονιμότητας με την αποδοτικότητα, τη συνέπεια και, όπου χρειάζεται, την επιβράβευση.
Το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο (Άρθρο 103) κατοχυρώνει τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων που κατέχουν οργανικές θέσεις, επιτρέποντας την παύση ή τον υποβιβασμό τους μόνο υπό αυστηρές εγγυήσεις και με αποφάσεις υπηρεσιακών συμβουλίων. Προβλέπονται εξαιρέσεις για ανώτατους διοικητικούς ή πολιτικά διοριζόμενους υπαλλήλους, ενώ η αξιοκρατική πρόσληψη μέσω αντικειμενικών κριτηρίων και ανεξάρτητης αρχής κατοχυρώνεται. Απαγορεύεται η μονιμοποίηση συμβασιούχων ιδιωτικού δικαίου. Η μονιμότητα, κατά συνέπεια, συνδέεται με συγκεκριμένες θεσμικές εγγυήσεις.
Σήμερα, η απόλυση μόνιμου δημοσίου υπαλλήλου επιτρέπεται κυρίως για σοβαρά πειθαρχικά παραπτώματα (παράβαση καθήκοντος, διαφθορά, ανάρμοστη συμπεριφορά), σοβαρές ποινικές διώξεις, αυτοδίκαια, ή με τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας (67ο έτος). Το υφιστάμενο πλαίσιο προστατεύει το κύρος της δημόσιας διοίκησης, αλλά δεν εστιάζει στην αξιολόγηση της αποδοτικότητας ως κριτήριο διατήρησης της θέσης.
Η συζήτηση για τη μονιμότητα έχει ευρύτερο πολιτικό και θεσμικό διακύβευμα, καθώς αγγίζει τη σχέση κράτους-πολίτη, τη λειτουργικότητα της διοίκησης και την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Αποτελεί πεδίο πολιτικών συγκρούσεων και αναζήτησης συναινέσεων, με την αναθεώρηση να απαιτεί ευρύτερες συνεργασίες λόγω των αυξημένων πλειοψηφιών. Η συνταγματική αναθεώρηση, και ειδικότερα το θέμα της μονιμότητας, αναμένεται να αποτελέσει έναν από τους κεντρικούς άξονες της πολιτικής αντιπαράθεσης έως τις εκλογές του 2027, με αβέβαιο το αποτέλεσμα ως προς την επίτευξη της αναγκαίας θεσμικής σύγκλισης.
