Η ελληνική οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης: Στόχοι και προκλήσεις μετά την κρίση
Ανάλυση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για τους ρυθμούς μεγέθυνσης, τις επενδύσεις, τον πληθωρισμό και την αγορά εργασίας έως το 2028.
Ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, παρουσίασε μια αισιόδοξη εικόνα για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, τονίζοντας πως έχει αφήσει πίσω της την περίοδο της κρίσης και κινείται με ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Στην ομιλία του, με τίτλο «Οι τρέχουσες εξελίξεις στην ελληνική οικονομία και οι μελλοντικές προκλήσεις σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο και αβέβαιο διεθνές περιβάλλον», η οποία πραγματοποιήθηκε στο Ελληνικό Ινστιτούτο Εξυπηρέτησης Πελατών, σκιαγραφήθηκε μια οικονομία με ισχυρή επενδυτική δυναμική, βελτιωμένη δημοσιονομική θέση, ανθεκτικό τραπεζικό σύστημα και σταδιακή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Η αγορά εργασίας συνεχίζει να ενισχύεται, με την ανεργία να υποχωρεί σε χαμηλό 17 ετών.
Καταλυτικό ρόλο σε αυτή την ανάκαμψη διαδραμάτισαν οι πόροι του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), οι στοχευμένες μεταρρυθμίσεις και η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, παράγοντες που ενίσχυσαν την εμπιστοσύνη και τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας. Ωστόσο, ο κ. Στουρνάρας προειδοποίησε ότι η ανάπτυξη δεν μπορεί να στηρίζεται διαχρονικά στην κατανάλωση. Η επόμενη φάση απαιτεί αύξηση της παραγωγικότητας, επενδύσεις σε καινοτομία, ενίσχυση του ανθρώπινου κεφαλαίου και εξωστρέφεια, καθώς και επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων. Το 2026 αναδεικνύεται σε κρίσιμο σημείο καμπής, με την πολιτική και μακροοικονομική σταθερότητα να αποτελούν το βασικό θεμέλιο για τη συνέχιση της αναπτυξιακής πορείας.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ αναμένεται να διαμορφωθεί στο 2,1% τόσο το 2025 όσο και το 2026, υπερβαίνοντας σημαντικά τον μέσο ρυθμό ανάπτυξης της ευρωζώνης. Οι επενδύσεις αναμένεται να αυξηθούν με ρυθμό άνω του 8,5% το 2026, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση θα ενισχυθεί κατά 2,0%. Η ελληνική οικονομία προβλέπεται να καταγράψει ρυθμούς ανάπτυξης στο 2% και για τα έτη 2027 και 2028, συνεχίζοντας τη διαδικασία σύγκλισης με την ευρωζώνη.
Ο εναρμονισμένος πληθωρισμός αναμένεται να αποκλιμακωθεί περαιτέρω, ενώ η αγορά εργασίας παρουσιάζει σταθερή βελτίωση. Η δημοσιονομική πολιτική παραμένει συνετή και αποτελεσματική, με υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και ταχεία μείωση του δημοσίου χρέους. Τα θεμελιώδη μεγέθη των τραπεζικών ιδρυμάτων βελτιώνονται, με τον λόγο των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ) να βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο από την ένταξη της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ.
Η υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων, η συνεπής δημοσιονομική πορεία και η ενίσχυση της εμπιστοσύνης συνέβαλαν καθοριστικά στην άνοδο των επενδύσεων. Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και οι συνεχείς αναβαθμίσεις από διεθνείς οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης, όπως οι Moody’s, Standard & Poor’s, και Fitch, ενίσχυσαν το κλίμα εμπιστοσύνης. Η μετά το 2022-24 μετατόπιση στη σύνθεση της ανάπτυξης προς τις επενδύσεις, αν και το επενδυτικό κενό σε σχέση με την ευρωζώνη παραμένει σημαντικό.
Βασικές προκλήσεις για τα επόμενα χρόνια αποτελούν η διατήρηση υψηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης και η συνεχής αύξηση της παραγωγικότητας, η οποία πρέπει να στηριχθεί σε επενδύσεις, καινοτομία και εξωστρέφεια. Ο ρόλος των επενδύσεων είναι καθοριστικός για την αλλαγή του αναπτυξιακού προτύπου, με έμφαση στην πράσινη μετάβαση και την ψηφιακή μεταμόρφωση.
Ο Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) υπήρξε καταλυτικός παράγων για την οικονομική ανάκαμψη, με την Ελλάδα να επιτυγχάνει υψηλούς ρυθμούς απορρόφησης. Παρότι τα δάνεια του RRF αναμένεται να έχουν συμβασιοποιηθεί έως το τέλος του 2026, η επίδρασή τους στην οικονομία θα συνεχιστεί. Η «επόμενη ημέρα» μετά το RRF δεν συνεπάγεται έλλειψη αναπτυξιακών πόρων, καθώς το εθνικό σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έχει αυξηθεί και το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο προβλέπει σημαντικούς πόρους.
Κρίσιμης σημασίας για τις προοπτικές της οικονομίας είναι ο χαρακτήρας των μεταρρυθμίσεων σε τομείς όπως η δικαιοσύνη, η δημόσια διοίκηση, η εκπαίδευση, η έρευνα και η καινοτομία. Το διεθνές οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον, παρά την αβεβαιότητα, παρουσιάζει διττή σημασία για την ελληνική οικονομία, ευνοώντας τις επενδύσεις αλλά και ενδεχομένως περιορίζοντας τη ζήτηση για ελληνικές εξαγωγές. Η διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας, η στοχευμένη αξιοποίηση των επενδυτικών πόρων και η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων αποτελούν τις προϋποθέσεις για την επιτυχή μετάβαση σε ένα πιο δυναμικό οικονομικό πρότυπο και την επιτάχυνση της πραγματικής σύγκλισης με τις ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρωζώνης.
