Η «παθογένεια του πανωγραψίματος» στην αγροτική επιδοτήσεις: Κατάθεση Καραμίχα και σχολιασμός ΝΔ
Ο πρώην πρόεδρος της ΠΑΣΕΓΕΣ μίλησε στην εξεταστική επιτροπή για τις κοινοτικές αγροτικές ενισχύσεις, περιγράφοντας σύμπραξη μεταποιητών, αγροτών και δημοσίων υπαλλήλων, ενώ η ΝΔ τόνισε την ανάγκη για διαχρονική αντιμετώπιση των αδυναμιών.
Στην εξεταστική επιτροπή της Βουλής, που διερευνά τις κοινοτικές αγροτικές ενισχύσεις, κατέθεσε ο πρώην πρόεδρος της ΠΑΣΕΓΕΣ, Τζανέτος Καραμίχας. Κατά την κατάθεσή του, αναφέρθηκε στην παθογένεια του «πανωγραψίματος», μία πρακτική στην οποία, όπως είπε, συμμετείχαν μεταποιητές, αγρότες, αλλά και δημόσιοι υπάλληλοι. Πηγές προσκείμενες στη Νέα Δημοκρατία σχολίασαν τα όσα ανέφερε ο κ. Καραμίχας, τονίζοντας τη διαχρονική φύση του προβλήματος.
Ο κ. Καραμίχας εξήγησε ότι η πρακτική του «πανωγραψίματος» υπήρχε μέχρι το 2006 και δεν αποτέλεσε εφεύρεση των αγροτών, αλλά των μεταποιητών, που αποκόμιζαν και το μεγαλύτερο όφελος. «Δυστυχώς», πρόσθεσε, «σε αυτό συμμετείχαν υπάλληλοι κι από το δημόσιο τομέα. Οι ελεγκτές, δηλαδή, στελέχη των διευθύνσεων Γεωργίας που ήταν επιφορτισμένοι με τους ελέγχους, συνέπρατταν με τους μεταποιητές και βρίσκανε και τους κατάλληλους παραγωγούς, με αποτέλεσμα όλες αυτές τις στρεβλώσεις». Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι «δεν ήτανε μόνο ελληνικό φαινόμενο αυτό». Όπως ανέφερε, όταν ανέλαβε πρόεδρος το 2000, πληροφορήθηκε από συνεργάτες του ότι η Ελλάδα κατετάσσετο έκτη σε τέτοιες πρακτικές, με πρώτους τους Γερμανούς, ακολουθούμενους από Γάλλους, Ιταλούς και Άγγλους.
Ερωτώμενος από τον βουλευτή κ. Λαζαρίδη αν θεωρεί «σκάνδαλο» την υπόθεση που εξετάζει η επιτροπή, δεδομένου ότι οι περιγραφές του παραπέμπουν σε «εγκληματική οργάνωση», ο κ. Καραμίχας απάντησε ότι τότε δεν είχαν την οργανωμένη μορφή που ενδεχομένως έχουν σήμερα. Ωστόσο, πρόσθεσε, «αν έχουν φαγωθεί αυτά τα λεφτά που λέει η ευρωπαϊκή εισαγγελία, τι αλλιώς μπορεί να είναι από σκάνδαλο δηλαδή; Πώς μπορούμε να το βαπτίσουμε δηλαδή;».
Σε συζήτηση με τον κ. Λαζαρίδη, ο κ. Καραμίχας διευκρίνισε ότι η σύμπραξη δημοσίων υπαλλήλων με μεταποιητές και αγρότες, σε σχέση με τις 600.000 δηλώσεις ΟΣΔΕ, δεν αποτελούσε «συμμορία» με την οργανωμένη έννοια, αλλά «μεμονωμένα» περιστατικά. Ανέφερε, επίσης, ότι η διαφορά μεταξύ σκανδάλου και απάτης έγκειται στο αν το ζήτημα αφορά το Δημόσιο. «Όταν πρόκειται περί δημοσίου χρήματος είναι σκάνδαλο. Προφανώς δεν μπορεί να γίνει. Το ερώτημα είναι ποιος το καθοδηγεί όλο αυτό. Γιατί, είναι πολλά τα λεφτά».
Σε ερώτηση της εισηγήτριας της μειοψηφίας, Μ. Αποστολάκη, για το είδος των ελέγχων έως το 2006, ο κ. Καραμίχας ανέφερε ότι δεν υπήρχαν γεωχωρικά δεδομένα, βασιζόμενοι σε δηλώσεις. «Ήταν κατά δήλωση. Ό,τι δήλωνε ο κάθε παραγωγός. Και ο ΟΠΕΚΕΠΕ και τότε είχε την ευθύνη για επιτόπιο έλεγχο. Αυτό που κάνανε όμως οι Ενώσεις, ήταν ότι “ξέρανε πρόσωπα και πράγματα” τοπικά. Και ήτανε πάρα πολύ δύσκολο, ένας που είχε 10 στρέμματα να τα κάνει 100. Άντε να τα έκανε 15. Δεν μπορούσε να τα κάνει 100 γιατί θα τον ξεφωνίζανε». Θύμισε, δε, ότι μέχρι το 2015, οι πίνακες με τις επιδοτήσεις αναρτούνταν στα χωριά, επιτρέποντας έναν παράλληλο κοινωνικό έλεγχο.
Σχολιάζοντας την κατάθεση, πηγές της ΝΔ επεσήμαναν ότι η πραγματικότητα καταρρίπτει το αφήγημα όσων υποστηρίζουν ότι το πρόβλημα στον ΟΠΕΚΕΠΕ είναι πρόσφατο. «Οι ίδιες δομικές παθογένειες, οι ίδιες θεσμικές αδυναμίες και η απουσία ουσιαστικών ελέγχων περιγράφονται ήδη από όσους είχαν θεσμικό ρόλο στο σύστημα εδώ και δεκαετίες», ανέφεραν. Υπογράμμισαν ότι η Νέα Δημοκρατία έχει αλλάξει την κατάσταση με τη μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, ενώ ο κ. Καραμίχας «ουσιαστικά αποκάλυψε ότι μέχρι το 2006 όλα γίνονταν κατά δήλωση χωρίς κτηματολόγιο, χωρίς δασικούς χάρτες και χωρίς ψηφιακά εργαλεία». Οι πηγές του κυβερνώντος κόμματος τόνισαν ότι οι παθογένειες δεν είναι αποτέλεσμα μιας περιόδου ή μιας κυβέρνησης, αλλά προϊόν ενός συστήματος που για χρόνια λειτουργούσε χωρίς κανόνες και ελέγχους.
