Ιράν: Η ανθεκτικότητα του καθεστώτος απέναντι σε διαδηλώσεις και διεθνείς πιέσεις
Ανάλυση αποκαλύπτει τους παράγοντες που κρατούν όρθια την Ισλαμική Δημοκρατία, παρά την κλιμάκωση της κρίσης και τις απειλές από τις ΗΠΑ.
Παρά τις μαζικές διαδηλώσεις που συγκλονίζουν το Ιράν, με χιλιάδες νεκρούς και αυξανόμενη διεθνή πίεση, δεν υπάρχουν ενδείξεις εσωτερικού ρήγματος στον πυρήνα της εξουσίας που θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανατροπή ενός από τα πιο ανθεκτικά καθεστώτα παγκοσμίως. Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα μιας ανάλυσης του Reuters, η οποία εξετάζει τους λόγους που η Ισλαμική Δημοκρατία παραμένει σταθερή, παρά τη βαθιά πολιτική και κοινωνική κρίση.
Η πίεση προς την ιρανική ηγεσία εντείνεται από τις συνεχείς απειλές του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, για στρατιωτική δράση, ως απάντηση στη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων. Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου δήλωσε στο Reuters ότι «όλες οι επιλογές βρίσκονται στο τραπέζι». Ωστόσο, διπλωμάτες, κυβερνητικές πηγές στη Μέση Ανατολή και αναλυτές εκτιμούν ότι χωρίς αποσκιρτήσεις από την κορυφή του κρατικού μηχανισμού, και ιδίως από τις δυνάμεις ασφαλείας, το καθεστώς δύσκολα θα καταρρεύσει. «Για να συμβεί κάτι τέτοιο, χρειάζονται πλήθη στους δρόμους για πολύ μεγαλύτερο διάστημα και διάσπαση του κράτους, με τμήματα των δυνάμεων ασφαλείας να αλλάζουν πλευρά», αναφέρει ο Βάλι Νασρ, Ιρανοαμερικανός ακαδημαϊκός.
Η αρχιτεκτονική ασφαλείας του Ιράν θεωρείται ιδιαίτερα ισχυρή, με τους Φρουρούς της Επανάστασης και τους παραστρατιωτικούς Basij να αριθμούν σχεδόν ένα εκατομμύριο άτομα, δημιουργώντας ένα πολυεπίπεδο δίκτυο ελέγχου και καταστολής. Η στρατηγική αυτή, που βασίζεται στη «διακυβέρνηση μέσω φόβου», έχει καταφέρει έως τώρα να καταστείλει τις εξεγέρσεις μέσω μαζικών συλλήψεων, δολοφονιών και εκφοβισμού.
Σύμφωνα με έναν Ιρανό αξιωματούχο, περίπου 2.000 άνθρωποι έχουν σκοτωθεί στις διαδηλώσεις, τους οποίους απέδωσε σε «τρομοκράτες». Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων κάνουν λόγο για τουλάχιστον 600 νεκρούς, ενώ η οργάνωση HRANA έχει καταγράψει 573 επιβεβαιωμένους θανάτους και πάνω από 10.000 συλλήψεις. Το Ιράν δεν έχει δημοσιοποιήσει επίσημο απολογισμό.
Ο ανώτατος ηγέτης, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, έχει επιβιώσει από πολλαπλά κύματα αμφισβήτησης. Αυτή είναι η πέμπτη μεγάλη εξέγερση από το 2009, γεγονός που, σύμφωνα με τον Πολ Σάλεμ του Middle East Institute, αποδεικνύει την ανθεκτικότητα και τη συνοχή του καθεστώτος, παρά το βαθύ εσωτερικό πρόβλημα νομιμοποίησης.
Αναλυτές, ωστόσο, επισημαίνουν ότι η επιβίωση δεν ισοδυναμεί με σταθερότητα. Η ιρανική οικονομία παραμένει υπό ασφυξία λόγω των κυρώσεων, χωρίς ορατή διέξοδο. Γεωπολιτικά, το Ιράν βρίσκεται σε δύσκολη θέση, με το πυρηνικό του πρόγραμμα να έχει πληγεί σοβαρά και τον «Άξονα της Αντίστασης» να έχει αποδυναμωθεί από απώλειες συμμάχων σε Λίβανο, Συρία και Γάζα.
Οι δημόσιες παρεμβάσεις του Ντόναλντ Τραμπ, που κάλεσε τους διαδηλωτές να καταλάβουν θεσμούς, δήλωσε ότι «η βοήθεια είναι καθ’ οδόν» και απείλησε με δασμούς χώρες που εμπορεύονται με το Ιράν (με την Κίνα να είναι ο βασικός εμπορικός εταίρος), αποκτούν ιδιαίτερο βάρος. Επιπλέον, σύμφωνα με ισραηλινή πηγή, σε τηλεφωνική επικοινωνία Νετανιάχου–Ρούμπιο συζητήθηκε το ενδεχόμενο αμερικανικής επέμβασης.
Σε διπλωματικούς κύκλους επανέρχεται το σενάριο της «απομάκρυνσης της κορυφής της εξουσίας, με ταυτόχρονο μήνυμα προς τον κρατικό μηχανισμό ότι μπορεί να παραμείνει στη θέση του εφόσον συνεργαστεί». Ωστόσο, η εφαρμογή ενός τέτοιου σεναρίου στο Ιράν θεωρείται εξαιρετικά επικίνδυνη, λόγω του κινδύνου εθνοτικών και θρησκευτικών ρήξεων, ιδιαίτερα σε κουρδικές και σουνιτικές περιοχές.
Υπάρχουν στρατιωτικές επιλογές, όπως πιέσεις στις θαλάσσιες μεταφορές ιρανικού πετρελαίου, στοχευμένα πλήγματα ή κυβερνοεπιθέσεις, όλες όμως εμπεριέχουν υψηλό ρίσκο. Άλλες παρεμβάσεις, όπως η αποκατάσταση της πρόσβασης στο διαδίκτυο μέσω Starlink για τη διευκόλυνση της επικοινωνίας των διαδηλωτών, θα μπορούσαν να προηγηθούν της χρήσης βίας.
Ο Ντέιβιντ Μακόβσκι του Washington Institute εκτιμά ότι αν ο Τραμπ αποφασίσει να κινηθεί, πιθανότατα θα επιλέξει μια σύντομη, υψηλής έντασης ενέργεια αντί για παρατεταμένη στρατιωτική εμπλοκή, αναζητώντας μια κίνηση που θα μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα. Το αν οι απειλές αποτελούν μέσο πίεσης, αποτροπής ή προάγγελο επέμβασης παραμένει αβέβαιο. Προς το παρόν, το καθεστώς της Τεχεράνης, αν και τραυματισμένο, δεν φαίνεται έτοιμο να καταρρεύσει.
