Φορολογικό διαζύγιο: Ανοιχτή η πλατφόρμα για χωριστές δηλώσεις – Πότε συμφέρει
Ζευγάρια και φορολογούμενοι έχουν προθεσμία έως τις 2 Μαρτίου για να επιλέξουν κοινή ή ατομική φορολογική δήλωση, με σημαντικές επιπτώσεις.
Η πλατφόρμα της ΑΑΔΕ έχει ανοίξει για την υποβολή χωριστών φορολογικών δηλώσεων, δίνοντας τη δυνατότητα στα έγγαμα ζευγάρια να αποφασίσουν μέχρι τις 2 Μαρτίου εάν θα προχωρήσουν σε κοινή δήλωση ή θα επιλέξουν το «φορολογικό διαζύγιο». Η απόφαση αυτή έχει ουσιαστικές φορολογικές επιπτώσεις και δεν αφορά μόνο τυπικούς λόγους. Ειδικότερα, η επιλογή των χωριστών δηλώσεων ενδείκνυται για ζευγάρια με οφειλές ή δικαιούχους επιστροφών φόρου που επιθυμούν να αποφύγουν τον συμψηφισμό, ενώ μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του φόρου για όσους καλύπτουν οριακά τα τεκμήρια διαβίωσής τους μέσω του συνολικού οικογενειακού εισοδήματος.
Η διαδικασία γνωστοποίησης της επιλογής γίνεται ηλεκτρονικά μέσω ειδικής εφαρμογής στην ιστοσελίδα της ΑΑΔΕ. Αρκεί ένας από τους δύο συζύγους να προβεί στην ενέργεια, η οποία δεσμεύει και τον έτερο. Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης εντός της προθεσμίας, το σύστημα θα καταλήξει αυτόματα σε κοινή φορολογική δήλωση. Για τα ζευγάρια που είχαν επιλέξει χωριστές δηλώσεις και την προηγούμενη χρονιά, δεν απαιτείται νέα ενέργεια, εκτός εάν επιθυμούν να ανακαλέσουν την επιλογή τους, κάτι που επίσης μπορεί να γίνει έως το τέλος Φεβρουαρίου.
Η πρακτική αξία των χωριστών δηλώσεων αναδεικνύεται κυρίως σε περιπτώσεις όπου ο ένας σύζυγος έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές, ενώ ο άλλος χρήζει φορολογικής ενημερότητας ή δικαιούται επιστροφή φόρου. Με το «φορολογικό διαζύγιο» επιτυγχάνεται η αποφυγή μπλοκαρίσματος της ενημερότητας του ενός λόγω οφειλών του άλλου, καθώς και ο αυτόματος συμψηφισμός επιστροφών με οφειλές. Αυτός είναι και ο λόγος που ολοένα και περισσότερα ζευγάρια υιοθετούν αυτή τη λύση.
Ωστόσο, υπάρχουν και σημαντικά σημεία προσοχής. Με τις χωριστές δηλώσεις, τα ζευγάρια χάνουν τη δυνατότητα κάλυψης των τεκμηρίων τους μέσω του εισοδήματος του άλλου συζύγου. Κάθε φορολογούμενος αξιολογείται αποκλειστικά βάσει του ατομικού του εισοδήματος και των δικών του τεκμηρίων (κατοικία, ΙΧ, δίδακτρα, κ.λπ.). Εάν αυτά δεν δικαιολογούνται από τα δηλωθέντα εισοδήματα, ο οφειλόμενος φόρος μπορεί να αυξηθεί, ακόμη και αν το ζευγάρι ως σύνολο εμφανίζει «θετικό» αποτέλεσμα.
Επιπλέον, δεν επιτρέπεται η μεταφορά ηλεκτρονικών αποδείξεων από τον έναν σύζυγο στον άλλον, γεγονός που μπορεί να επιβαρύνει με πρόσθετο φόρο όσους δεν καλύπτουν ατομικά το απαιτούμενο όριο. Το εισόδημα των ανήλικων τέκνων προστίθεται στον γονέα με το υψηλότερο εισόδημα, ενώ τα παιδιά δηλώνονται ως εξαρτώμενα μέλη και από τους δύο συζύγους.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τα κοινωνικά επιδόματα δεν επηρεάζονται από την επιλογή των χωριστών δηλώσεων, καθώς ο υπολογισμός τους βασίζεται στο συνολικό οικογενειακό εισόδημα και όχι στο αποτέλεσμα της εκκαθάρισης κάθε δήλωσης ξεχωριστά.
Το «φορολογικό διαζύγιο» αποτελεί επίσης λύση για ζευγάρια που έχουν διακόψει τη συμβίωση, έχουν λύσει σύμφωνο συμβίωσης, ή περιπτώσεις όπου ένας εκ των δύο βρίσκεται σε πτώχευση ή δικαστική συμπαράσταση, με την ευθύνη απόδειξης να βαραίνει τον φορολογούμενο.
